ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ… ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΥ (ΚΑΙ ΚΛΑΜΑ Η ΜΑΜΑ)

Δύο χρόνια πριν. Εγώ κι αυτός. Ο γιος μου. Παλάμες σφιχτά δεμένες, μάτια «πλημμυρισμένα», διάλογος-μαχαιριά: «Αυτό, αγόρι μου, είναι το σχολείο σου», «Μαμά, μη φύγεις. Μη μ’ αφήσεις μόνο». Τον αφήνω. Με κόρες-καταρράκτες δακρύων, με ψυχή-θάλασσα αγωνίας, με μυαλό-δάσος ερωτημάτων: «Θα προσαρμοστεί;» «Θα τσακωθεί;» «Θα πλακωθεί;» «Θα αγαπήσει;» «Θα αγαπηθεί;» «Θα ακούει;» «Θα συμμετέχει;» «Θα κάνει φίλους;» «Θα έχει “εχθρούς;”»

Με το πέρασμα του χρόνου, εκείνα, τα πρώτα συναισθήματα του πρώτου αποχωρισμού, εξανεμίστηκαν από τους ωκεανούς της μητρικής μου αγωνίας σχηματίζοντας από καιρό σε καιρό άλλοτε μικρές κι άλλοτε μεγαλύτερες λίμνες δακρύων. Δάκρυα όταν στην πρώτη εκδήλωση του σχολείου χόρεψε το Dirty Dancingσαν άλλος Πάτρικ Σουέζι με παράταιρη ενδυμασία από τα υπόλοιπα παιδιά «γιατί έτσι ήθελα, μαμά», δάκρυα στην αποκριάτικη γιορτή όταν σαν άλλος Διονύσης Σαββόπουλος γυρόφερνε την πίστα υπό τη μουσική υπόκρουση του Καραγκιόζη αγκαλιά με την ωραιότερη ντάμα όλων των εποχών, δάκρυα όταν οι αγαπημένες μας δασκάλες Ήβα, Καίτη και Γεωργία μού μίλησαν για ένα δυνατό μυαλό με καλλιτεχνική φλέβα, δάκρυα όταν άφησε στα χέρια μου την πρώτη του κάρτα με μια μεγάλη καρδιά κι μ’ ένα ακόμη μεγαλύτερο και ανορθόγραφο «Μαμά, σ’ αγαπώ», δάκρυα όταν μου εκμυστηρεύθηκε ότι είναι ερωτευμένος με την τετραπέρατη Χρυσούλα «αλλά αυτή, μαμά, θα παντρευτεί τον Ρόνυ», δάκρυα όταν με μία ενήλικη βεβαιότητα μου δήλωσε: «Ο Σκεύος είναι ο πρώτος και καλύτερος φίλος της ζωής μου. Δεν θα χαθούμε ποτέ…»

Πολλά, αμέτρητα, αληθινά, ατόφια σαν χρυσό δάκρυα από εκείνα που πλέουν στα μάτια κάθε μάνας που βλέπει το παιδί της να «μπαρκάρει» με τις δικές του δυνάμεις στο μεγάλο και δύσκολο ταξίδι της ζωής. Ένα ταξίδι στο οποίο συνειδητοποίησα ότι δεν με παίρνει να είμαι συνοδοιπόρος, αλλά ακόλουθος. Je m’en fous κι απάνω τούρλα, λοιπόν, αν ο Ανδρέας μάθαινε να γράφει και να διαβάζει από τα πέντε του χρόνια, σκασίλα μου μεγάλη αν προτιμούσε τον κήπο από την «παράδοση της μυθολογίας», σκορδοκαΐλα μου αν δεν είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό, την ιδανική προφορά στα αγγλικά ή την ωραιότερη ζωγραφιά στον τοίχο. Αυτό που ήθελα, κι αυτό που μου προσέφερε απλόχερα το δικό μας νηπιαγωγείο, ήταν να βλέπω κάθε μέρα ένα χαρούμενο μουτράκι που περίμενε με αγωνία το επόμενο πρωινό, «γιατί, μαμά, στο σχολείο περνάμε πολύ ωραία και με τον φίλο μου τον Στάθη ανταλλάσσουμε και χελωνονιντζάκια για πέντε μέρες μόνο».

Αυτό είναι το νηπιαγωγείο. Μία ανταλλαγή χαράς, μία «δοσοληψία» αγνότητας. Αυτό ήταν το δικό μας νηπιαγωγείο. Μία μικρόπολη ευτυχίας χωρίς τον καταναγκασμό της πρωτιάς. Ένας τόπος που δίδαξε στο παιδί μου να μην κοροϊδεύει, να μη θυμώνει, να αγαπάει τους φίλους του, να σέβεται τους πιο μεγάλους και να βοηθάει τους πιο μικρούς. Μία όαση που πέρα από τον μεγάλο καταπράσινο κήπο με τις αληθινές πεταλούδες σύστησε στον γιο μου και κάποιες «πολιτείες» γκρι αποχρώσεων μαθαίνοντάς τον ότι στη γη αυτήν υπάρχουν και παιδάκια που ζουν χωρίς μαμά και μπαμπά και πως «τα παιδάκια αυτά πρέπει να τα βοηθάμε». Ένας αληθινός κόσμος, σαν τον δικό μου και τον δικό σου, που του έμαθε ότι «κάθεσαι μόνος σου στο καρεκλάκι όταν βρίζεις» και «δεν βγαίνεις στον κήπο» όταν κάνεις τσαμπουκάδες. Ένας χώρος που, στα σαράντα μου και βάλε χρόνια, μου χάρισε ανέλπιστα κάποιες από τις καλύτερες φίλες της ζωής μου, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι οι καλές φίλες κερδίζονται μόνο όταν είμαστε ακόμη παιδιά.

Ναι. Δίπλα στον γιο μου και μέσα από το ίδιο νηπιαγωγείο «κέρδισα» κι εγώ φίλες: τη μοναδική Ζωή, τη μαμά του Πέτρου, την υπέροχη Λήδα, τη μαμά του Χρήστου, τη γλυκύτατη Ζωή, τη μαμά του Σκεύου, τη δυναμική Μαρία, τη μαμά του Νικόλα, γυναίκες που τις αισθάνομαι φίλες μου από πάντα και για πάντα. Τραπέζια, διακοπές, αποδράσεις, γέλια, ξενύχτια, όλες μας μια γυναικοπαρέα γεννημένη από το σημαντικότερο γέννημα της ζωής μας: τα ίδια μας τα παιδιά. Κι όλες μας απόλυτα συντονισμένες στο «Je m’en fous κι απάνω τούρλα» αν τα παιδιά μας έμαθαν να διαβάζουν το «Λόλα να ένα μήλο» και να υπολογίζουν πόσο κάνει δύο και δύο. Έχουν χρόνο. Και μυαλό. Και μέλλον για να μάθουν όλα αυτά τα άχρηστα για την ηλικία τους πράγματα. Σήμερα, στην αποχαιρετιστήρια γιορτή του νηπιαγωγείου, χαρίσαμε στα παιδιά μας το πιο δυνατό μας χειροκρότημα. Σήμερα, κοιτάξαμε για τελευταία φορά την αίθουσα που έκανε τα αγόρια μας ανεξάρτητα κι εμάς φιλενάδες. Σήμερα συμφωνήσαμε ότι ένα απλό «ευχαριστώ» είναι πολύ φτωχό απέναντι στην ιδιοκτήτρια του σχολείου, τη γλυκιά μας Βούλα. Σήμερα, αναπολήσαμε τις στιγμές που, αποκαμωμένες από την κούραση, τρέχαμε με την ψυχή στο στόμα από πάρτι σε πάρτι κι από παιδική χαρά σε φιλικές συνάξεις. Και, σήμερα, κλάψαμε ξανά. Γιατί, πώς να το κάνουμε, βρε αδερφέ; Σήμερα τελειώσαμε το νήπιο και ήρθε η στιγμή να γίνουμε και πάλι μεγάλα παιδιά…

One Response

  1. Γιώτα Ιούλιος 7, 2015