24 ΩΡΕΣ ΜΠΑΜΠΑΣ: ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΟΣ

Νίκος ΟρφανόςΟ ηθοποιός Νίκος Ορφανός περιγράφει στο Τaλκ ένα εικοσιτετράωρό του με την οικογένειά του, δηλαδή με τη σύζυγό του και τον μικρό τους γιο, τον Πάνο.

Μπαμπά! Είναι ένα συννεφιασμένο πρωινό μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων, ο Πάνος δεν έχει παιδικό σταθμό, κοιμόμαστε όλοι μαζί στο μεγάλο κρεβάτι και ξυπνάει πρώτος, καθώς εγώ επέστρεψα αργά μετά την παράσταση το προηγούμενο βράδυ. Όσο κι αν θέλω να κοιμηθώ λίγο ακόμα, είναι το ωραιότερο ξυπνητήρι.

Ο Πάνος ανοίγει τα μάτια του να βεβαιωθεί ότι είμαστε δίπλα του, τα ξανακλείνει, και κάνει τον κοιμισμένο. Ο Φώντας κι ο Νταβίντσι, οι δυο μας γάτοι που κοιμούνται στα πόδια μας, ανασηκώνουν τα κεφάλια τους με περιέργεια, να δουν αν θα σηκωθούμε για το πρωινό τους.

Ο Πάνος αρχίζει να στριφογυρνάει, μαζεύει τα μαξιλάρια και κάνει χώρο για το Νταβίντσι το γάτο, που ανεβαίνει και ξαπλώνει το κεφαλάκι του στο μαξιλάρι μας.

“Μπαμπά κάνε την ακούδα”, ακόμα δε μπορεί να πει καλά το ρο, κι εγώ επιστρατεύω τις δυνάμεις μου, όπως έκανα στο εγερτήριο στο στρατό και χώνομαι κάτω από τα παπλώματα. Αγκρρρρ! μουγκρίζω και ο Πάνος γελάει φωνάζοντας. Κάτω από την κουβέρτα κάνω την αρκούδα που ξυπνάει και τον τραβάει στη σπηλιά της. Οι γάτοι φεύγουν ενοχλημένοι, η μαμά μας δυσανασχετεί που χοροπηδάμε πάνω κάτω και έτσι φασαριόζικα σηκωνόμαστε ανοίγοντας τα παντζούρια να δούμε τι μέρα έχει.

Πάμε όλοι μαζί στο σαλόνι για το πρωινό μας. Ακόμα είναι δύσκολος, πότε θέλει γάλα, πότε ψωμί με μέλι, πότε πανκέηκς, η μαμά μας φτιάχνει συνέχεια διάφορα, εγώ πίνω μια γερή δόση καφέ, ταΐζω τους γάτους, όλοι παίρνουμε το πρωινό μας. Κάμποση ώρα αργότερα και με λίγο ψωμί με μέλι και χυμό, ευτυχώς έφαγε κάτι, προκύπτει το θέμα: τι να κάνουμε σήμερα;  

Την προηγουμένη έχει χιονίσει στην Πάρνηθα, οπότε προτείνω να επιχειρήσουμε μια εκδρομή στα χιόνια! Αυτό τον εξιτάρει και δημιουργεί αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος, κυρίως με την όλη διαδικασία που συνεπάγεται, οπότε και ξεκινάμε την προετοιμασία. Έχουμε προμηθευτεί όλα τα απαραίτητα: μποτάκια για το χιόνι, παντελόνι και μπουφάν χιονιού, σκουφιά, τα κατεβάζουμε από τη ντουλάπα και όλοι μαζί ντυνόμαστε σαν Εσκιμώοι. Κάθε μας δραστηριότητα προσπαθούμε να γίνεται και μια διασκέδαση, από το να βοηθήσει τη μαμά του να φτιάξει ένα κέικ, μέχρι το χιονοντύσιμο για το βουνό.  

Λίγο μετά, αφού έχουμε αραδιάσει στο σαλόνι ένα σωρό κασκόλ, σκουφιά, ρούχα, έχουμε φτιάξει το σάκο μας, με νερό, φρούτα, τοστάκια για το δρόμο, αξεσουάρ για το χιονάνθρωπο, έχουμε φορτίσει τα κινητά μας και ξεκινάμε.  

Έχω τη φαεινή ιδέα να πάμε στη λίμνη στην Ιπποκράτειο πολιτεία μήπως έχει χιονίσει. Με το gps κάνουμε όλη τη διαδρομή στην εθνική, περνάμε τα διόδια, και σε όλη τη διαδρομή μιλάμε με τον Πάνο και του κάνουμε ερωτήσεις. Οι διάλογοί μας είναι σαν ένα κουίζ, -Πάνο το ξέρεις ότι έχει και πάπιες στη λίμνη; -Και θα τις δούμε από κοντά;, μας απαντάει, -εννοείται από κοντά, -και θα τις πιάσουμε;, ξαναρωτάει. Δε μπορούμε να τις πιάσουμε αλλά θα τις δούμε να κολυμπάνε αν δεν έχει παγώσει η λίμνη. Και οι ερωτήσεις ανεξάντλητα συνεχίζουν καθώς ανηφορίζουμε προς τη λίμνη, που ω της ατυχίας, δεν έχει ίχνος χιονιού.

Φασκιωνόμαστε με ντύσιμο βαρύ, υπομονετικά ο Πανούλης, μπροστά στην αδημονία του να δει τις λιγοστές πάπιες, κουμπώνεται,. βάζει σκουφί, κουκούλα, γάντια και σα μικρός αστροναύτης βγαίνει από το αυτοκίνητο. Καθόμαστε σε ένα παγκάκι μπροστά στο νερό. Σηκώνεται όρθιος πάνω στο παγκάκι, αμέσως αλέρτ με τη μαμά του μη γλιστρήσει. Στην ιδέα του να περπατήσει στο παγκάκι, παραπατάει, χραπ τον αρπάζω ενώ γελάει, λες και το κάνει επίτηδες, σαν να μας ελέγχει αν είμαστε σε ετοιμότητα.

Ξανά στο αμάξι και βουρ για Πάρνηθα αυτή τη φορά. Στη διαδρομή λαγοκοιμάται, νανουριζόμενος από τα άψογα αμορτισέρ του αυτοκινήτου. Φτάνοντας, μετά από αρκετή κίνηση, βλέπουμε τα πρώτα χιόνια. -Πάνο, ξύπνα, χιόνια, ανοίγει τα μάτια του και συνέρχεται αμέσως με το παγωμένο τοπίο. Παρκάρουμε, ξαναφασκιωνόμαστε όλοι και βγαίνουμε στο αφράτο χιόνι. Σαν πιγκουινάκι περπατάει γέρνοντας δεξιά αριστερά, τα γάντια του είναι ακόμα μεγάλα, προσπαθεί να πιάσει το χιόνι, φτιάχνουμε μαζί ένα χιονάνθρωπο επάνω στο παρμπρίζ, του βάζει κουμπιά και ένα κομμένο καρότο για μύτη.

-Πάνο, θα καταφέρουμε να τον πάμε στον παππού και τη γιαγιά πριν λιώσει; Χλακ, κάνει ένα βήμα και γλιστράει στον πάγο, τον ξαναπιάνω πριν πέσει, η μισή δουλειά του γονιού ως τα πέντε είναι να είναι μπόντιγκαρντ.  

Ευτυχώς η παγωνιά είναι σύμμαχός μας. Στην επιστροφή, καθώς μασουλάει το τοστάκι του, του εξηγούμε ότι ο πάγος λιώνει, ότι μπορεί να μην τα καταφέρουμε, τον προετοιμάζουμε σε κάθε ενδεχόμενο. Παρακολουθεί το χιονάνθρωπο που αντέχει και τραντάζεται σε κάθε ανωμαλία του δρόμου. Έχουμε διαλέξει το δύσκολο δρόμο της εξήγησης του κάθε τι, μερικές φορές σου τρώει πολύ χρόνο να τα εξηγείς όλα, αλλά αξίζει τον κόπο, γιατί του ασκεί την αντίληψη και την ομιλία. Σε μια πλαγιά του δρόμου σταματάμε καθώς και άλλα αυτοκίνητα είναι σταματημένα. –Πάνο, κοίτα, ελάφια!

Δύο υπέροχα θηλυκά ελάφια στέκονται στην άκρη του δρόμου. Πρώτη μας φορά που τα βλέπουμε, τύχη, είναι τύχη, φωνάζω και συνεχίζουμε.   

Φτάνουμε στο σπίτι και ακόμα ο χιονάνθρωπος στέκεται αγέρωχος στο καπό. Παππού, γιαγιά! φωνάζει ο Πάνος, και τους βγάζει όλους έξω να τον δούνε. Ο χιονανθρωπάκος μισολιωμένος, με το ένα κουμπί, το καρότο-μύτη εξαφανίστηκε, μας έπεσε στο δρόμο, τον βάζουμε σε μια βάση στον κήπο, όσο αντέξει. Δε στενοχωρήθηκε που έλιωσε, τον προετοιμάσαμε εξηγώντας του ότι το χιόνι λιώνει και γίνεται νερό. Μια δική μου ανάμνηση, από ανάλογη εκδρομή στην Πάρνηθα με τους δικούς μου μικρός, που ο χιονάνθρωπός μας έλιωσε και είχα στενοχωρηθεί πολύ, επαναπροσδιορίζεται. Οι αναμνήσεις μου συναντούν τις δικές του και ο χρόνος ενοποιείται σε νέα βάση και προοπτική.  

“Μαμά κοκολάτα!” φωνάζει, η σοκολάτα είναι το όπιο των μικρών. Θα σας φτιάξω εγώ σοκολάτα ζεστή λέω, ενθουσιάζεται, “θα είναι γλυκιά μπαμπά;” εννοείται παιδί μου. Έχω βρει μία χωρίς ζάχαρη, βάζει την καρέκλα του και κάθεται δίπλα μου να με παρακολουθεί να βάζω το γάλα στο μπρίκι και καθόμαστε μαζί να ανακατεύουμε τη σοκολάτα μέχρι να φουσκώσει.

Τη βάζουμε σε τρεις κούπες με την αγαπημένη του ταινία να παίζει. Καίει ακόμα, Πάνο, του λέω, αλλάζω τη σοκολάτα από κούπα σε κούπα, τη φυσάμε, κρυώνει λίγο και πίνει από την κούπα του. Ένα μικρό μουστακάκι σχηματίζεται στο στόμα του, ένας μικρός κύριος.  

Η ώρα πέρασε, ετοιμάζομαι για το θέατρο, φτιάχνω την τσάντα μου και τους αποχαιρετώ. Η μαμά του τον αναλαμβάνει τώρα αποκλειστικά. Θα δουν ταινία, θα ζωγραφίσουν, θα φάνε και θα πούνε παραμύθια στο κρεβάτι πριν τον ύπνο. Όταν επιστρέψω θα κοιμάται. Του δίνω ένα φιλί στο κεφαλάκι. Το επόμενο πρωί θα μας βρει να ξυπνάμε πάλι μαζί.

Ο Νίκος Ορφανός πρωταγωνιστεί στις παραστάσεις «Ιστορίες του Παππού Αριστοφάνη» σε σκηνοθεσία Νανάς Νικολάου και «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα, το «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» .