24 ΩΡΕΣ ΜΠΑΜΠΑΣ- ΔΩΡΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ

Δώρος ΑντωνιάδηςΟ συγγραφέας Δώρος Αντωνιάδης μιλάει –με το ιδιαίτερο χιούμορ του- για τη ζωή του ως συζύγου και εργαζόμενου πατέρα δυο μικρών αγοριών.

Το 2008 γεννιέται ο Ανδρέας. Η Αγγελική όταν ξυπνάει δυσκολεύεται να ξανακοιμηθεί, έτσι μου προτείνει να αναλάβω τα βραδινά του ξυπνήματα κι αυτή να αναλάβει το πρωινό του. Δέχομαι χωρίς να ξέρω πως κάθε, ΚΑΘΕ, βράδυ μου θα είναι μια μεγάλη περιπέτεια. Το 2010 γεννιέται κι ο Γιάννης. Μην τα πολυλογώ, καταφέρνω πρώτη φορά να κοιμηθώ έξι συνεχόμενες ώρες, ανήμερα των Φώτων του 2015. Ξυπνητήρι βάζω πρώτη φορά το 2017 κι αυτό απλώς για σιγουριά. Παρεμπιπτόντως, οι μόνοι που χαίρονται με την κατάσταση αυτή είναι οι γονείς μου, επειδή (sic) «εδώ πληρώνονται όλα».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το 24ωρό μου τα πρώτα μου χρόνια ως μπαμπάς δεν το πολυθυμάμαι, γιατί ήμουν ολίγον σαν ζόμπι. Κοιμόμουνα κάτι διακεκομμένα μισάωρα τα βράδια, σερνόμουν το πρωί στη δουλειά και μετά όπου με άφηνες «λιποθυμούσα» έστω και για δευτερόλεπτα, πάνω στη λεκάνη της τουαλέτας, κάτω από το ντους, μέσα στο πιάτο μου κ.ο.κ. Τώρα βέβαια που τα παιδιά μεγάλωσαν λίγο, το 24ωρό μου δε νομίζω ότι διαφέρει και πολύ από των υπολοίπων μπαμπάδων, εκτός -ίσως- από το βράδυ, αργά, αλλά ας τα πάμε με τη σειρά.

Ξυπνάμε κάθε μέρα λίγο μετά τις εφτά και τρώμε όλοι μαζί πρωινό. Σαββατοκύριακα, αργίες, διακοπές, το πρόγραμμα αυτό ως δια μαγείας μεταφέρεται και νωρίτερα, γιατί, όπως λέει κι ο Ανδρέας «το πιο ωραίο πράγμα με τον ύπνο είναι όταν ξυπνάς». Τις καθημερινές, αφήνω τα παιδιά στο σχολείο γύρω στις οκτώ και μετά ανεβαίνω στη μηχανή, για να βρεθώ λίγο μετά τις οκτώμιση στη δουλειά μου.

Φεύγω από κει περίπου στις πέντε, ώστε να προλάβω να γυρίσω σπίτι μέχρι τις πεντέμιση, να πάω τα παιδιά είτε στα αγγλικά τους, είτε σε κάποια προπόνηση ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, αφού πρώτα τα μαλώσω που δε διάβασαν, χωρίς βεβαίως να έχω ρωτήσει πιο πριν αν διάβασαν ή όχι!

Όσο τα παιδιά είναι σε δραστηριότητες, συνήθως πάω για τρέξιμο ή στο γυμναστήριο και μετά επιστρέφουμε όλοι μαζί για μπάνιο, φαγητό και τσεκάρισμα στα μαθήματα που δεν πρόλαβαν να κάνουν. Μετά βάζουμε πιτζάμες και ξαπλώνουμε στον καναπέ χαζεύοντας (όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά!) όλοι μαζί για καμιά ώρα μπροστά στην τηλεόραση. Στις δέκα παρά τα κλοτσάω (όχι κυριολεκτικά, μεταφορικά!) για να πάνε να πλύνουν τα δόντια τους και τα βάζω για ύπνο.

Κάθε βράδυ τούς διαβάζω μερικές σελίδες από ένα βιβλίο, όχι για να κοιμηθούν ακούγοντας τη φωνή μου, αλλά για τους ίδιους λόγους που κι εγώ διαβάζω, για να «ταξιδέψει» το μυαλό (αυτές τις μέρες τούς διαβάζω το «Μυστικό κλειδί του Τζορτζ για το σύμπαν» και συζητάμε για τους παράλληλους εαυτούς μας που βρίσκονται σε ένα άλλο σύμπαν και μας ψάχνουν).

Βγαίνοντας από το υπνοδωμάτιό τους, ετοιμάζω το τραπέζι για το πρωινό (ναι, ναι ξέρω τι κακίες σκέφτεστε για μένα, αλλά δοκιμάστε το πρώτα και μετά να μιλήσετε) και γύρω στις δέκα και μισή καθόμαστε με την Αγγελική να δούμε καμιά σειρά  στο Netflix. Φέρνω μια μπίρα, τη μοιράζω σε δυο ποτήρια, βάζω λίγους ξηρούς καρπούς και είμαστε έτοιμοι! Σε περίπου δέκα λεπτά η Αγγελική αποκαμωμένη κουρνιάζει δίπλα μου, αδυνατώντας να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά, γιατί, μη γελιόμαστε, το δικό της 24ωρο είναι πολύ πιο κουραστικό απ’ το δικό μου! «Σκέπασέ με…» την ακούω να μου λέει ψιθυριστά και πριν τελειώσει τη φράση, απλώνω πάνω της την αγαπημένη της κουβερτούλα με τα κρόσσια.

Έχω δύο επιλογές:

  • Πίνω μονορούφι και τη δική της μπίρα, βάζω ένα Jameson με λίγο πάγο, πατατάκια με ξύδι, σοκολάτα γάλακτος με φουντούκια και ψάχνω να βρω το DVD του The Inspector General με τον Ντάνι Κέι.

ή

  • Ανοίγω το λάπτοπ να γράψω καμιά αστυνομική ιστορία.

Ένα «Μπαμπά! Μπαμπά!» που ακούγεται μου θυμίζει, όμως, ότι η ζωή σπανίως περιορίζεται στα διλήμματα που εμείς της βάζουμε. «Τι είναι, γιόκα μου;» ρωτάω τον Ανδρέα που εμφανίζεται στο σαλόνι. «Κάτι άκουσα…», μου λέει. Γεμίζω δύο ποτήρια γάλα -ένα για μένα κι ένα για τον Ανδρέα- και κάθομαι στο κρεβάτι του για να μου πει τι άκουσε και να του πω τι έκανα εγώ μικρός όταν άκουγα θορύβους…

46176158_2225987051060711_3399637971094208512_n

Ο Δώρος Αντωνιάδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974 και ζει στην Αθήνα με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Σπούδασε μαθηματικά, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην πληροφορική και εργάζεται στο Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας ως μηχανικός τηλεδιασκέψεων. Το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα με μαθηματικούς γρίφους (Στο μάτι του ταύρου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2015) περιλαμβανόταν στη βραχεία λίστα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα της Εταιρείας Συγγραφέων. Τον Νοέμβριο του 2018 κυκλοφόρησε και πάλι από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το δεύτερο αστυνομικό μυθιστόρημά του με τίτλο memento mori. Στο προσωπικό του blog dorosantoniadis.com γράφει για τα βιβλία που διαβάζει και τις ταινίες που βλέπει, αλλά συχνά γράφει και μικρές ιστορίες για τον κόσμο που ζει.

45685108_287024105263104_8162352820813561856_n