ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-24

Ανέβηκε στη μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα για να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Το μακρύ, μπλε σκούρο φόρεμα, το χτενάκι με το λουλούδι πάνω στις χαλαρές μπούκλες, το γκλίτερ στα μποτάκια, το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη, όλα φώναζαν «γενέθλια» και αυτό το ανυπόμονο καρδιοχτύπι της έκανε τα μάγουλα πιο ροδαλά και το χαμόγελο ακόμα πιο γλυκό.
Την ίδια ώρα, η μαμά της ετοιμαζόταν στο μπάνιο. Της άρεσε πάντα να χαζεύει τη μαμά της όταν βαφόταν και χτένιζε τα μαλλιά της, ενώ πάντα άκουγε μουσική και εκείνη ανέβαινε στο σκαλάκι δίπλα της, τραγουδούσαν μαζί και έκαναν αστείες γκριμάτσες στον καθρέφτη.  Την κοιτούσε συνήθως με ένα βλέμμα μεταξύ θαυμασμού και περιέργειας ‒ αυτή η μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου κάθε φορά φανέρωνε καινούργια μυστικά.
Αφού στροβιλίστηκε με το καινούργιο της φόρεμα πέντε, έξι, εκατό φορές στο σαλόνι, έψαξε τη μαμά της. Να της πει εκείνη ξανά πόσο όμορφη είναι, πόσο υπέροχα θα περάσουν στα γενέθλιά της, πόσο πολύ την αγαπάει, πώς δεν την περίμενε την ημέρα που γεννήθηκε, τι γελαστό μωρό που ήταν, πώς την κοίμιζε τα βράδια. Ήταν και εκείνη σχεδόν έτοιμη, άλλωστε σε δέκα λεπτά έπρεπε να φύγουν όλοι μαζί από το σπίτι, με τα αγαπημένα της μαύρα, ελαφρά βαμμένη, με τη μυρωδιά που θα αναγνώριζε με μάτια κλειστά μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο κόσμο…
Η μαμά της τής έκλεισε το μάτι, τη ρώτησε αν ήταν έτοιμη, της ξαναείπε πόσο υπέροχη δείχνει στο γενέθλιο φόρεμα, πόσο ανυπομονεί για το πάρτι και «ναι, επιτέλους πέντε» της φώναξε γελώντας και προτείνοντας το χέρι της σε γροθιά, όπως έκαναν συνήθως μόνο οι δυο τους.
Η κόρη της αυτήν τη φορά την κοίταξε λίγο διαφορετικά. Της χαμογέλασε και πάλι, αλλά κάπως αλλιώς. Χτύπησε τη γροθιά με τη δική της, έκανε άλλη μια στροφή με το καινούργιο φόρεμα και είπε χαμογελώντας πονηρά: «Σήμερα, μαμά, είμαι πιο όμορφη από εσένα».
Μπουμ. Σαν να περίμενε από καιρό, σαν όλες αυτές οι επισκέψεις στο μπάνιο, οι γκριμάτσες μπροστά από τον καθρέφτη, οι ασταμάτητες ερωτήσεις για τις κρέμες, η μίμηση όλων των κινήσεων από το αποσμητικό μέχρι τη βούρτσα, σαν όλα αυτά να ήταν η πρόβα μιας αγωνιώδους προσπάθειας να φτάσει τη μαμά ‒ στα μάτια της το είδωλο, την καλύτερη, την ομορφότερη, την κομψότερη, την πρώτη γυναίκα που θαύμασε και τη μόνη που μια ζωή θα αποφεύγει να αντιγράψει και δεν θα τα καταφέρει ποτέ.
Η μαμά της ένιωσε ένα τσίμπημα, ένα βούρκωμα. Η μικρή της μεγαλώνει, ανταγωνίζεται, διεκδικεί, καλωσορίζει στη ζωή της αυτήν τη «μάχη» που δεν τελειώνει ποτέ, τα πάθη που θα την καθορίσουν και που δεν μπορεί να γλιτώσει, τη σχέση που θα τη διαμορφώσει και θα τη συντροφεύσει για πάντα, ακόμα και μετά το τέλος.
Η μαμά ήθελε για λίγο να τα ακυρώσει όλα. Να βγάλουν τα φορέματα, να ανακατέψουν τα μαλλιά, να κάτσουν στον καναπέ ξυπόλυτες, να πουν ιστορίες παιδικές, να πασαλείψουν τα χέρια τους με μαρκαδόρους. Να σταματήσουν λίγο τον χρόνο.
«Έλα, μαμά, πρέπει να φύγουμε!» της φώναξε με αγωνία τραβώντας την από το χέρι.
Έκαναν μια τελευταία αστεία γκριμάτσα στον καθρέφτη και έτρεξαν στην πόρτα που περίμεναν οι άλλοι δύο, μπαμπάς και αδελφός.
«Πω πω, δύο κούκλες!» τους είπαν και, κάπως έτσι, το πάρτι ξεκίνησε. Μαζί με αυτό της ζωής, το κανονικό.