Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ

O  Φώτης ήταν ένας φτωχός χωρικός που δούλευε από μικρό παιδί για να μπορέσει να ζήσει. Η Αστερόπη ήταν από την πιο πλούσια οικογένεια της περιοχής και ζούσε σε ένα λευκό πύργο που η κορυφή του άγγιζε τον ουρανό. Ο πατέρας της δεν την άφηνε να βγει από εκεί ποτέ παρά μόνο όταν θα της έβρισκε τον κατάλληλο γαμπρό, αντάξιο της οικογένειάς τους.
Όταν το κορίτσι μεγάλωσε, ο πατέρας διοργάνωσε αγώνες για τους υποψήφιους γαμπρούς. Όμως, οι προσδοκίες του ήταν τόσο μεγάλες που τον πρώτο χρόνο δεν έκρινε κανέναν αντάξιό της.
Τα χρόνια περνούσαν και κάθε χρόνο, την πιο μεγάλη νύχτα του χειμώνα, ξεκινούσαν οι αγώνες στους οποίους λάμβαναν μέρος όλο και περισσότεροι υποψήφιοι γαμπροί. Πολλοί από αυτούς έρχονταν όχι μόνο από τις τριγύρω περιοχές αλλά και από μέρη πολύ μακρινά μήπως και καταφέρουν να βγουν νικητές.
Εκείνη δεν την είχε δει κανείς ποτέ και όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότεροι θρύλοι είχαν δημιουργηθεί γύρω από το όνομά της. Άλλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που γεννήθηκε ποτέ στη γη, άλλοι πως ήταν σνομπ και δεν καταδεχόταν να δει κανένα, άλλοι πως δεν ήταν και τόσο όμορφη αλλά μπροστά στα πλούτη της άξιζε μια προσπάθεια για να την κερδίσουν και άλλοι την έβλεπαν απλά σαν τρόπαιο. Υπήρχαν, μάλιστα, και κάποιοι, συνήθως εκείνοι που είχαν χάσει σε προηγούμενους αγώνες, που πίστευαν πως αυτή η κοπέλα δεν υπήρξε ποτέ και πως όλη αυτή η δοκιμασία είναι ένα καλοστημένο σχέδιο του πιο πλούσιου ανθρώπου της περιοχής ώστε να εξαπλωθεί η επιρροή του και σε άλλα μέρη. Η δόξα, άλλωστε, εκείνο τον καιρό, ήταν πιο σαγηνευτική από τα χρήματα.
Η αλήθεια όμως ήταν αρκετά διαφορετική. Ο Φώτης τη γνώριζε καλά.
Τα βράδια, για να ξεκουραστεί, ξάπλωνε δίπλα από το Σκιάχτρο που είχε φτιάξει στο χωράφι του για να διώχνει τα πουλιά που κατέστρεφαν τη σοδιά του. Κοιτώντας πάντα την κορυφή του πύργου που άγγιζε τον ουρανό, υπήρχαν νύχτες που έβλεπε την Αστερόπη να ξεπροβάλει συχνά, λες και ξεπρόβαλλε νεράιδα μέσα από τα σύννεφα. Και επειδή δεν είχε κανέναν άνθρωπο δικό του να μιλήσει, άρχισε να μιλά στο Σκιάχτρο.
Ο καιρός περνούσε, η αγάπη του μεγάλωνε όπως και τα προβλήματά του και το Σκιάχτρο ήταν ο μοναδικός του φίλος που ήταν πάντα εκεί να τον ακούσει. Ένα βράδυ, λοιπόν, και καθώς ήταν απελπισμένος, μιας και η Αστερόπη είχε να φανεί πολλές μέρες στο μπαλκόνι και σε δυο μήνες από τότε θα γίνονταν οι προγραμματισμένοι ετήσιοι αγώνες, άρχισε να κλαίει και να ζητά απεγνωσμένα μια λύση από το Σκιάχτρο.
«Πες μου Σκιάχτρο, τι πρέπει να κάνω για να βρεθώ δίπλα της ή έστω να της μιλήσω; Πες μου σε παρακαλώ, είσαι ο μοναδικός μου φίλος! Τόσο καιρό μ’ ακούς να μονολογώ για εκείνη. Κάποια λύση θα έχεις!», φώναζε χωρίς, φυσικά, να περιμένει απάντηση.
Ξαφνικά, ακούγοντας το κλάμα του, το Σκιάχτρο ζωντάνεψε. Άρχισε να ανοιγοκλείνει τα μάτια του και του απαντά:
«Φώτη, σ’ ακούω τόσο καιρό να μου μιλάς για την Αστερόπη και να απελπίζεσαι. Ήρθε όμως η ώρα φίλε μου, να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου.
Μόνο με πράξεις το μέλλον σου θ’ αλλάξεις!»
Ο Φώτης τρομαγμένος και κάτασπρος από το φόβο του απάντα:
«Σκιάχτρο μιλάς; Με άκουγες όλον αυτό τον καιρό; Ναι! Θέλω να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου! Μα δεν είναι εύκολο!»
«Αυτό το ξέρω!
Όλα όσα έχουν αξία
έχουν λίγη δυσκολία!
Όμως, γι’ αυτό είμαι εδώ Φώτη! Θα σε βοηθήσω εγώ!» και ανοίγει τη χούφτα του. Μέσα της ήταν κρυμμένο ένα μικρό Περιστέρι.
«Γράψε στην Αστερόπη ότι θα λάβεις κι εσύ μέρος στους αγώνες και να σε περιμένει. Το γράμμα θα της το πάει ο φίλος μας από δω» και δείχνει το Περιστέρι.
«Μα..»
«Θα κάνεις όπως σου είπα και δε θα βγεις χαμένος»
Έτσι κι έγινε, λοιπόν, ο Φώτης έγραψε στην Αστερόπη ένα μακροσκελές γράμμα και της είπε να τον περιμένει. Μετά από λίγο φτάνει με το Περιστέρι η απάντησή της:
«Αγαπημένε μου Φώτη,
Θα σε περιμένω όσο χρειαστεί. Κάθε βράδυ προσπαθώ να βρω δικαιολογίες για να βγω για λίγο στο μπαλκόνι να σε δω. Και είναι και κάποια βράδια που σου μιλάω και νομίζω πως κι εσύ μου μιλάς. Ελπίζω να πάνε όλα καλά και να είμαστε μαζί.»
Ο Φώτης χοροπηδούσε από τη χαρά του. Τόση χαρά δεν είχε νιώσει ποτέ πριν. Όμως τώρα τι θα έκανε; Πώς θα κατάφερνε να βγει νικητής στους αγώνες και πόσο εύκολο θα ήταν να πείσει τον πατέρα της;
«Όλα όσα έχουν αξία
Έχουν λίγη δυσκολία.
Να το θυμάσαι αυτό! Όλα τ’ άλλα άστα πάνω μου!» του απαντάει το Σκιάχτρο.
Οι δύο μήνες πέρασαν και έφτασε η νύχτα των αγώνων. Η μεγαλύτερη νύχτα του χειμώνα. Το Σκιάχτρο τον είχε βοηθήσει να προετοιμαστεί όλον αυτόν τον καιρό. Λίγο πριν φύγει του είπε μόνο:
«Αν χρειαστείς τη βοήθειά μου, απλά πες με δυνατή φωνή αυτά που σου έχω γράψει εδώ και τα υπόλοιπα άστα πάνω μου» και του δίνει ένα χαρτάκι που έγραφε:
«Όλα όσα έχουν αξία
Έχουν λίγη δυσκολία
Μα όποιος θα τα καταφέρει
Πιο πολύ χαρά θα φέρει».
Φεύγοντας έβαλε το χαρτάκι στην τσέπη του και το πρόσεχε σαν φυλαχτό. Οι αγώνες ξεκίνησαν και προετοιμασμένος καθώς ήταν κατάφερε να βγει πρώτος σε όλες τις δοκιμασίες.
Ο πατέρας της Αστερόπης φωνάζει να του φέρουν μπροστά του το νικητή. Τον κοιτάει από πάνω μέχρι κάτω και του λέει:
«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Και με τι θράσος τόλμησες να πάρεις μέρος στους αγώνες; Εγώ ξέρω για σένα ότι δεν έχεις ούτε να φας»
Και τότε ο Φώτης βγάζει το χαρτάκι από την τσέπη του και λέει δυνατά:
«Όλα όσα έχουν αξία
Έχουν λίγη δυσκολία
Μα όποιος θα τα καταφέρει
Πιο πολύ χαρά θα φέρει».
Τότε, ξεδιπλώνεται στον αέρα ένα δαντελένιο τραπεζομάντηλο, και στρώνεται ένα τραπέζι με πιάτα αχνιστά, λαχταριστά για όποιον ήταν μπροστά.
Ο πατέρας, αν και του φάνηκε παράξενο, έδειξε πως δεν έδωσε σημασία και τον πρόσταξε να ανέβει μαζί του στο δεύτερο όροφο του πύργου.
«Δεν πρόκειται ποτέ να σε δεχτώ για γαμπρό της κόρης μου. Αφού είσαι άφραγκος.»
Ο Φώτης βγάζει ξανά το χαρτάκι λέει δυνατά τα λόγια που του είχε γράψει το σκιάχτρο και τότε εμφανίζεται απ’ το παράθυρο το Περιστέρι που είχε στείλει στη Αστερόπη το γράμμα κι άρχισε να γεννάει χρυσά αυγά μέσα στις χούφτες του.
Όμως, ο πατέρας έστρεψε και πάλι την πλάτη του στο φτωχό χωρικό και κατευθύνθηκε στην κορυφή του πύργου όπου τον πρόσταξε να ανέβει κι αυτός. Εκεί ήταν το δωμάτιο της Αστερόπης. Μόλις βρεθήκανε αγκαλιάστηκαν ευτυχισμένοι.
Τότε, ο πατέρας εκνευρισμένος διατάζει να βάλουν φωτιά στον πύργο. Οι υπηρέτες που παίρνουν ξύλα απ’ την περιοχή για να κάψουν το κτίριο, βλέπουν το Σκιάχτρο μπροστά τους και το κάνουν κομμάτια. Τα χέρια και τα πόδια του Σκιάχτρου γίνονται πύρινοι δαυλοί.
Ο Φώτης πλημμυρισμένος από χαρά ξεχνάει να βγάλει το χαρτάκι από την τσέπη του. Ο πύργος μαζί με την Αστερόπη και το Φώτη γίνονται στάχτη. Το ίδιο και το Σκιάχτρο.
Το Περιστέρι άρχισε να κλαίει πάνω από τις στάχτες των καλών του φίλων. Ακούγοντάς τον τα υπόλοιπα περιστέρια έφτασαν μέχρι εκεί και ένα- ένα άρχισε να παίρνει λίγη στάχτη και να τη σκορπάει στον νυχτερινό ουρανό και να τον φωτίζει.
Από αυτή τη στάχτη, λοιπόν, λένε πως γεννήθηκαν και τα φωτεινά αστέρια που λάμπουν τη νύχτα. Τ’ όνομά τους το πήραν από το Φώτη και την Αστερόπη.

boy,sky,child,fun,girl,love,stars-40dad3336c9b8aeb7bfea70267db09e1_h[2]


Η Μαρία Μαθιουδάκη είναι ένα νέο κορίτσι που ασχολείται με την τραγουδοποιία και με κάθε είδους δημιουργική γραφή.Ζει και σπουδάζει στην Αθήνα. Το 2013 κυκλοφόρησε τον πρώτο προσωπικό της δίσκο με τίτλο «Άλλα Λόγια Ν’ Αγαπιόμαστε» από την Protasis Music. Όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει Θαλασσοτροχονόμος.

Μαθιουδάκη Μαρία, email: [email protected]