ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΗΤΣΙΑΛΗ: ΟΙ ΕΜΦΥΛΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΕΣ ΔΟΜΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΕΥΚΟΛΑ

Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, όπου ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές της στην Παιδαγωγική και εργάζεται ως φιλόλογος στην ίδια πόλη. Ταυτόχρονα γράφει λογοτεχνία για μικρούς και μεγάλους και έχει βραβευτεί πολλές φορές. Σήμερα, συζητάμε με αφορμή το πιο πρόσφατο βιβλίο της, Η εξωγήινη μαμά μου, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε εικονογράφηση της Έφης Λαδα.

Κυρία Μητσιάλη, χαρά μας που σας φιλοξενούμε. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. «Οι άνθρωποι στο σπίτι μου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε γήινους και σε εξωγήινους. Εγώ, ο μπαμπάς και τ’ αδέρφια μου ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία. Όλη η οικογένεια δηλαδή… εκτός από τη μαμά μου!» λέει χαρακτηριστικά ο αφηγητής. Μα τι ακριβώς συμβαίνει με τη μαμά του;
Το μικρό αγόρι που αφηγείται την ιστορία μου βλέπει τη μαμά του να φεύγει χαρούμενη και περιποιημένη το πρωί από το σπίτι για τη δουλειά της, αλλά να γυρίζει αλλιώτικη το απόγευμα, σαν η κατάστασή της να έχει εντελώς και ανεξήγητα αντιστραφεί. Το μικρό αγόρι παρατηρεί ότι αυτή η παράξενη κατάσταση επιδεινώνεται όσο περνάει η ώρα, καθώς η μαμά του μπαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο, ώσπου στο τέλος τη βλέπει να μεταμορφώνεται σε έναν άλλον άνθρωπο, που κινείται μηχανικά σαν κάποιος να την έβαλε στην πρίζα, μιλάει και φωνάζει αλλοπρόσαλλη, χωρίς να μπορεί να συνεννοηθεί. Στην πραγματικότητα ο μικρός αφηγητής βλέπει μια γυναίκα που έχει επιστρέψει πολύ κουρασμένη από τη δουλειά της και μπαίνει αμέσως, με όλο το άγχος που κουβαλάει,  στη διαδικασία να συμμαζέψει ένα σπίτι ανακατεμένο, όπου όλα βρίσκονται πεταμένα ή αφημένα εδώ κι εκεί, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είτε ξεκουράζονται μπροστά στις οθόνες τους είτε ασχολούνται με τις υποχρεώσεις τους. Νομίζω ότι η κατάσταση για την οποία μιλάω στην Εξωγήινη Μαμά είναι πολύ συνηθισμένη μέσα στα ελληνικά σπίτια, όπου θεωρείται λίγο πολύ αυτονόητο ότι αυτό που ονομάζουμε νοικοκυριό είναι δουλειά της μαμάς.

Ο τρόπος με τον οποίον αποδώσατε τη σταδιακή «μεταμόρφωση» της μητέρας από γήινη σε εξωγήινη, όπως και η Έφη Λαδά με τις εκπληκτικές εικόνες της, είναι εντυπωσιακός. Πώς το δουλέψατε αυτό το κομμάτι; Τι σας ενέπνευσε και πώς συνεργαστήκατε ώστε να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα;
Επειδή ένα βιβλίο, είτε απευθύνεται σε παιδιά είτε σε ενήλικους, χάνει το ενδιαφέρον του όταν είναι προβλέψιμο, ήθελα ο/η μικρός/ή αναγνώστης/τρια να ανακαλύψει σταδιακά αυτό που συμβαίνει στην ιστορία μου. Από την άλλη πλευρά η μεταμόρφωση της μαμάς γίνεται όντως σταδιακά: αρχίζει να τρελαίνεται (να μετατρέπεται σε εξωγήινη) τμηματικά, καθώς έρχεται από δωμάτιο σε δωμάτιο αντιμέτωπη με το μπάχαλο… Και βέβαια μπορέσαμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα με την Έφη Λαδά, γιατί έχουμε συνεργαστεί ξανά με μεγάλη, θεωρώ, επιτυχία σε ένα άλλο, απαιτητικό στα νοήματα και στην εικαστική του απόδοση βιβλίο, στο Κύριε Χρόνε, σου έχω πολλά παράπονα, που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Πατάκη. Υπάρχει μια ωραία επικοινωνία μεταξύ μας, πνευματική και πρακτική που, όπως φαίνεται, αποδίδει καρπούς.

Κάποια στιγμή, ο μπαμπάς και τα τρία παιδιά της οικογένειας συνειδητοποιούν τι μπορεί να συνεπάγεται μια εξωγήινη μαμά. Επομένως, προσπαθούν να την κρατήσουν κοντά τους, ώστε να μην τους φύγει. Και μοιάζουν να τα καταφέρνουν. Όσο κι αν μιλάμε για ισότητα, κι όσο κι αν η θέση των γυναικών στις σύγχρονες οικογένειες σταδιακά βελτιώνεται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι μητέρες είναι εκείνες που υφίστανται τα μεγαλύτερα βάρη στο σπίτι -από τις οικιακές εργασίες μέχρι και το λεγόμενο mental load, το νοητικό φορτίο της διαχείρισης των πάντων-, ενώ εργάζονται και συχνά περισσότερες ώρες από τους άντρες. Γιατί κατά τη γνώμη σας εξακολουθεί να συμβαίνει αυτό; Πόσο βαθιά θεωρείτε πως είναι ριζωμένη στην κουλτούρα μας η θέση της γυναίκας ως υπεύθυνης των πάντων; Πώς μπορούν οι σύντροφοι και τα παιδιά να μάθουν από νωρίς τον καταμερισμό των υποχρεώσεων, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος οι μαμάδες να ανέβουν στο διαστημόπλοιο με τα φωτάκια που αναβοσβήνουν και να φύγουν για άλλους πλανήτες;
Οι έμφυλοι τρόποι λειτουργίας είναι σκληρές δομές που δεν αλλάζουν καθόλου εύκολα. Δεν είναι απλώς ρόλοι που οι άντρες και οι γυναίκες παίζουν πάνω στη σκηνή της καθημερινής τους ζωής και που μπορεί να αλλάξουν όταν κατεβαίνει το προηγούμενο έργο και ανεβαίνει ένα καινούργιο (όταν, ας πούμε, κάποιος/α φεύγει από την πατρική και μητρική οικογένεια και φτιάχνει τη δική του/της). Ούτε είναι ζήτημα προθέσεων και μοντερνισμού. Το να είσαι άντρας ή γυναίκα είναι τρόποι να υπάρχεις, οι οποίοι μαθαίνονται από γενιά σε γενιά μέσα στο σπίτι, καλλιεργούνται μέσα στο σχολείο, επιβεβαιώνονται από την τηλεόραση και τη βιομηχανία της διασκέδασης, εμπεδώνονται μέσα στην κοινωνία. Το πράγμα, μάλιστα, μπερδεύεται σήμερα ακόμα περισσότερο, καθώς η απελευθέρωση της γυναίκας έχει ταυτιστεί με την είσοδό της στην αγορά εργασίας και τη δυνατότητα της να καταναλώνει ή με την ελεύθερη εκδήλωση της σεξουαλικότητάς της. Αποδεικνύεται, όμως, ότι μια γυναίκα μπορεί να είναι το ίδιο σκλαβωμένη στην πατριαρχική αντίληψη ακόμα κι όταν εργάζεται κι έχει το δικό της εισόδημα ή ακόμα κι όταν προβάλλει, υποτίθεται χωρίς προκαταλήψεις και φραγμούς, τη σεξουαλικότητά της. Μπορεί να λειτουργεί το ίδιο καλά σαν αντικείμενο και μάλιστα όχι μιας, αλλά πολλαπλής χρήσης.
Σε ό,τι αφορά την οικογένεια νομίζω ότι οι γονείς προσφέρουν κακές υπηρεσίες στα παιδιά τους όταν τα αναθρέφουν σαν πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Πρέπει να ξέρουν ότι με αυτόν τον τρόπο δε τα φροντίζουν αλλά τα κάνουν ανίκανα, απαιτητικά και αχάριστα πλάσματα, όπως είναι συνήθως οι πρίγκιπες και οι πριγκίπισσες στην πραγματική ζωή και όχι στα παραμύθια. Η προσπάθεια των γονιών νομίζω ότι είναι ανάγκη να επικεντρώνεται στο να λειτουργεί η οικογένεια ως ομάδα. Δηλαδή όλοι να αντιλαμβάνονται ότι ζουν μια κοινή ζωή σε έναν χώρο που μοιράζονται από κοινού, τον οποίο είναι ανάγκη όλοι να φροντίζουν. Αν η συμμετοχή στην καθημερινή οικογενειακή ζωή και η αλληλοσυμπλήρωση  αντικαταστήσουν τη μητέρα-υπηρέτρια και αλλάξουν την αντίληψη που θέλει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να είναι ευχαριστημένα με τον εαυτό τους επειδή έπλυναν μια φορά τα πιάτα και ακόμα μία άπλωσαν ή μάζεψαν την μπουγάδα «βοηθώντας» τη μαμά, τότε κάτι σημαντικό θα έχει αλλάξει στη ζωή της οικογένειας και όλοι θα καρπωθούν τα οφέλη. Και βέβαια αυτοί οι γονείς κάνουν τελικά τα παιδιά τους ικανά να αυτοεξυπηρετούνται, να είναι λειτουργικά και ανεξάρτητα, να κατανοούν έμπρακτα τις έννοιες της ευθύνης, της συνέπειας και της κοινότητας, για όλη τους τη ζωή. Τα κάνουν ικανά να φτιάξουν αργότερα ουσιαστικότερες συντροφικές σχέσεις και αρμονικότερες οικογένειες.
Όσο για τον κίνδυνο να πάρει η μαμά το διαστημόπλοιό της και να μετακομίσει σε άλλον πλανήτη, θα έλεγα ότι δεν είναι ο μόνος ούτε ίσως ο πιο σοβαρός για την οικογένεια. Γιατί μια μαμά μπορεί να μένει ως φυσική παρουσία στον πλανήτη-σπίτι της, αλλά ψυχικά να έχει απομακρυνθεί από αυτόν. Αν η ίδια και ο σύντροφός της δεν συνειδητοποιούν την ανάγκη του μοιράσματος ή αν δεν έχουν βρει τους τρόπους να το εφαρμόσουν και εκείνη εξακολουθεί να επωμίζεται το καθημερινό φορτίο και να είναι αναποτελεσματική (γιατί πόσα να μπορεί να καταφέρει ένας άνθρωπος μόνος του;) ή πολύ κουρασμένη, κάποια στιγμή εγκαταλείπει τη μάχη και αποσύρεται –π.χ. ώρες μπροστά σε μια οθόνη ή όλο το απόγευμα με το τηλέφωνο στο χέρι ή επιμηκύνει τον χρόνο που μένει στον χώρο της δουλειάς κ.τ.λ. Το μοίρασμα της οικογενειακής καθημερινότητας σε ισότιμη βάση είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα για την κατάκτηση, στο μέτρο του εφικτού, μιας ποιοτικότερης ζωής.

Το βιβλίο ανήκει στη σειρά «Χωρίς Σωσίβιο» των Εκδόσεων Πατάκη και απευθύνεται σε παιδιά πρωτοσχολικής ηλικίας, που έχουν μόλις κατακτήσει τον μηχανισμό της ανάγνωσης. Ποιο μήνυμα θα θέλατε να τους περάσετε μέσα από το κείμενο και τα βασισμένα σε αυτό παιχνίδια που βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου;
Ο πλανήτης-σπίτι δεν ανήκει μόνο στη μαμά, αλλά σε όλους μας, γιατί μας φιλοξενεί όλους και γιατί όσο περισσότερο τον φροντίζουμε τόσο περισσότερο δενόμαστε με αυτόν και τόσο πιο πολύ γινόμαστε υπεύθυνοι για τον εαυτό μας και απολαμβάνουμε όσα η κοινή ζωή μπορεί να μας προσφέρει. Για παράδειγμα, τη δυνατότητα μιας πιο ξεκούραστης και ευχαριστημένης μαμάς που έχει τη διάθεση να μας διαβάζει το βραδάκι ένα ή και περισσότερα παραμύθια.

Διευρύνοντας λίγο την προηγούμενη ερώτηση, πόσο μπορεί να βοηθήσει η λογοτεχνία στην ανατροπή των κοινωνικών στερεοτύπων και ανισοτήτων, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες;
Κοιτάξτε, δεν γράφω βιβλία με σκοπό να χρησιμοποιηθούν από τους γονείς ή τους εκπαιδευτικούς σαν εργαλεία ευαισθητοποίησης. Γράφω, γιατί με απασχολεί πολύ κάποιο ζήτημα, χωρίς πολλές φορές να έχω συνειδητοποιήσει ακριβώς το γεγονός αυτό ή να έχω σχεδιάσει τις κινήσεις μου. Γράφω, γιατί έχω ανάγκη να εκφράσω κάτι που νιώθω πολύ έντονα, κάτι που με προβληματίζει σοβαρά. Γι’ αυτό και οι ιστορίες μου είναι λογοτεχνικές αφηγήσεις και όχι διδακτικά εγχειρήματα. Διαβάζοντάς τες, ένα παιδί δεν θα βρει υποδείξεις συμπεριφοράς ή μια ενδεδειγμένη ηθική στάση, αλλά θα μπορέσει να μπει στη θέση των αφηγητών μου, να νιώσει αυτά που νιώθουν εκείνοι, να αναρωτηθεί και ίσως να ονειρευτεί μια βόλτα παρέα με τη χαρούμενη μαμά του, μέσα στο κρυμμένο διαστημόπλοιό της, που περιμένει πάντα για να του κάνει μια όμορφη έκπληξη.

Είστε χρόνια στον χώρο του παιδικού βιβλίου, γράφοντας για όλες τις ηλικίες, ακόμα και βιβλία που απευθύνονται και σε ενήλικο κοινό. Ταυτόχρονα, είστε και εκπαιδευτικός. Πώς κρίνετε τη σχέση παιδιών και λογοτεχνίας στη χώρα μας; Πόσο κινδυνεύει από τις οθόνες; Τι και με ποιους τρόπους θα θέλατε να βελτιωθεί;
Κατά τη γνώμη μου η λογοτεχνία δεν κινδυνεύει τόσο από την εικόνα, όσο κινδυνεύει από την ανυπαρξία μιας πολιτικής που να στηρίζει σταθερά και δυναμικά το βιβλίο στη χώρα μας. Μιας πολιτικής που θα δημιουργούσε το αυτονόητο: βιβλιοθήκες σε όλα τα σχολεία, που θα ενέτασσε οργανικά στο αναλυτικό πρόγραμμα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης την ανάγνωση ενός και περισσότερων ολόκληρων λογοτεχνικών βιβλίων, που θα δημιουργούσε ένα νέο Κέντρο Βιβλίου το οποίο θα στήριζε τις φιλαναγνωστικές δράσεις των σχολείων και των εκπαιδευτικών και τη γόνιμη επαφή τους με τους συγγραφείς και τους ανθρώπους της τέχνης, που θα καλλιεργούσε σιγά σιγά την ιδέα ότι το να αγοράζουμε το βιβλίο της εβδομάδας ή του μήνα δεν είναι ούτε σπατάλη ούτε πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Η ατομική ευθύνη, που διατυμπανίζεται στις μέρες μας, μου φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις ένα βολικό πρόσχημα. Μοιάζει σαν όλα να μπορούν να προέλθουν από τις πρωτοβουλίες και τη θέληση των ατόμων και κυρίως των εκπαιδευτικών και μας κάνει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια πολιτεία, δηλαδή σε έναν οργανωμένο θεσμικά σύνολο, που μπορεί να σχεδιάζει και να απλώνει στον κοινωνικό ιστό τις πρωτοβουλίες που θα ήθελε να γίνουν συνήθειες και τρόπος ζωής.   Ας μη βλέπουμε το βιβλίο ως απειλούμενο είδος από κακούς δαίμονες (εικόνα) αλλά ως προστατευόμενο είδος μιας πολιτικής που ξέρει πώς δημιουργείται ο πολιτισμός και αξιοποιεί και την εικόνα για τον υπηρετήσει. Προσωπικά είμαι άνθρωπος της πρωτοβουλίας. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που με έκανε να αγαπήσω το βιβλίο, τη γνώση, την αναζήτηση και προσπαθώ να τροφοδοτήσω με τα ίδια ερεθίσματα και τους μαθητές και τις μαθήτριές μου.Ξέρω όμως πια πολύ καλά ότι οι σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ζωής και στη νοοτροπία των ανθρώπων δεν μπορούν «να επαφίενται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Αυτό δεν μπορώ να το ακούω πια. Είναι υποκριτικό.Αλεξάνδρα Μητσιάλη, «Η εξωγήινη μαμά μου», εικονογράφηση Έφη Λαδά, Εκδόσεις Πατάκη.

Leave a Reply