ΧΩΡΙΣ ΠΑΙΔΙΑ-ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ

Το έχω παρατηρήσει: Γυναίκες χωρίς παιδιά, όπως εγώ, ταυτίζονται περισσότερο με τα παιδιά των φιλενάδων τους από ό,τι με εκείνες. Πολύ συχνά νιώθουν την ανάγκη να πάρουν το μέρος τους και συνήθως το κάνουν. Μήπως, άραγε, αυτό δείχνει τη δική μας άρνηση να μεγαλώσουμε; Ενδεχομένως. Μπορεί και να είναι σημάδι έντονου ναρκισσισμού, όπως λέει γνωστός ψυχίατρος, όλων ημών που δεν γίναμε ποτέ μαμάδες για να παραμείνουμε για πάντα κορίτσια (που λέει ο λόγος).  Γεγονός είναι, πάντως, ότι εγώ προσωπικά εννιά στις δέκα περιπτώσεις παίρνω το μέρος των μικρών. Μικρών κατ’ ευφημισμόν βέβαια, διότι τα παιδιά των κολλητών φιλενάδων μου σπουδάζουν πλέον στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο. Και, αλήθεια, πόση χαρά αισθάνομαι όταν παίρνω το μέρος της «νιότης» με κίνδυνο ακόμα και να παρεξηγηθώ από τις φίλες μου, που ανησυχούν για τα πάντα: τι ώρα θα γυρίσει ο κανακάρης, πώς θα πάει στον σταθμό των λεωφορείων μες στην απεργία των ταξιτζήδων, αν διάβασε σωστά για να περάσει τα μαθήματα, αν καθάρισε το σπίτι του και άλλα τέτοια ώριμα και συγκλονιστικά ερωτήματα. Μάταια προσπαθείς να τις συνεφέρεις λέγοντάς τους δεν πειράζει. Και το τρένο θα χάσουν, και στα μαθήματα θα κοπούν, και νηστικά θα μείνουν, και το σπίτι θα αλλάξει χρώμα από τα στρώματα της σκόνης. Υπάρχουν βέβαια και πιο προχωρημένες περιπτώσεις μαμάδων που σκέφτηκαν μέχρι και να πάνε μαζί με τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο για να τα γράψουν! (Στο σημείο αυτό έχουμε μια σαφή… οπισθοδρόμηση από ήθη παλαιότερων ετών, αφού οι δικές μας μαμάδες ουδέποτε διανοήθηκαν κάτι τέτοιο.) Έπειτα από αρκετές τέτοιες παρατηρήσεις έγινε πλέον ξεκάθαρο στα μάτια μου ότι το κύριο μέλημα των φιλενάδων μου δεν είναι ούτε το μενού, ούτε τα μαθήματα, ούτε τα δρομολόγια των λεωφορείων. Είναι η δυσκολία της μετάβασης σε μια άλλη ψυχολογική κλίμακα, η αποδοχή του γεγονότος ότι έχουν πάψει πια να έχουν τον πρώτο ρόλο στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου και ότι πρέπει να εγκαταστήσουν τον εαυτό τους ξανά στο κέντρο της ύπαρξής τους. Δεν είναι εύκολο αυτό. Μοιάζει με εκμάθηση κινεζικής άνευ διδασκάλου, με ψυχρό ντους μετά τη θαλπωρή πολλών ετών μαμαδίστικης ευτυχίας. Είναι σκληρό να αναγνωρίσεις ότι, ναι, θα είσαι μητέρα για πάντα, αλλά η μανούλα και το μωρό της είναι εδώ και καιρό κλειδωμένα σε κείνο το άλμπουμ στη σιφονιέρα. Και για να μην κάνω την έξυπνη, ομολογώ ότι κι εγώ, αν ήμουν στη θέση τους, πολύ αμφιβάλλω αν θα κατάφερνα να περάσω με άνεση αυτό το δύσκολο μονοπάτι. Γι’ αυτό, όσες είστε ακόμα «μανούλες», χαρείτε, ξεσαλώστε, ξεχαρμανιάστε με τα παιδιά σας, γιατί ο χρόνος περνάει και οι ρόλοι αλλάζουν απότομα. Ακούστε με κι εμένα, που είμαι απ’ έξω και αναγκάζομαι να βλέπω τις φίλες μου να νοσταλγούν με πάθος τις κουδουνίστρες.