ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΝΕΑ ΜΑΜΑ…

Παραμονές Χριστουγέννων άνοιξα αργά τα μάτια. Έξω, σκοτάδι παγωμένου χαράματος· μέσα, φωτάκια χριστουγεννιάτικου δέντρου που λαμπυρίζουν ρυθμικά. Κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο, 3:50 τα ξημερώματα. Ακούω ψιθύρους. Κάποιος μπήκε στο σπίτι! Σηκώνομαι απαλά και, πατώντας στις μύτες των ποδιών,  κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Και τότε τα βλέπω! Καθισμένα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πράσινα πιτζαμάκια και τις αγιοβασιλιάτικες καλτσούλες, να ανταλλάσσουν σκέψεις και αγωνίες που από σοφία αρνούνται να μοιραστούν με τον κόσμο των μεγάλων.

«Και πώς ο Άγιος Βασίλης μπαίνει από την καμινάδα χωρίς να λερωθεί;» «Αφού αγαπάει τόσο πολύ τα παιδιά, γιατί δεν έχει δικά του;» «Πώς προλαβαίνει να πηγαίνει σε όλα τα σπίτια μέσα σε μια νύχτα;» «Δεν σκάει με τόσο γάλα και μπισκότα που του αφήνουν κάτω από το δέντρο;» «Λες να χάσει τον δρόμο και να μην έρθει σπίτι μας;» «Ρώτα τη μαμά» «Τη ρωτάω, αλλά έχει πολλή δουλειά, όλο κάτι κάνει, και δεν ξέρει να μου πει…» Επαναλαμβάνω ψιθυριστά τη φράση-μαχαιριά: «Τη ρωτάω, αλλά έχει πολλή δουλειά, όλο κάτι κάνει, και δεν ξέρει να μου πει…» κι ένα δυνατό ρίγος, σαν ηλεκτροσόκ, διαπερνά ολόκληρο το κορμί μου. Στέκομαι εκεί, στην ίδια ακριβώς θέση, με τη σκέψη μου να θρυμματίζεται στις στιγμές του 2014.

Όχι, δεν είχα χρόνο. Είχα αγωνίες. Αν θα φάνε καλά, αν θα ντυθούν σωστά, αν θα κοιμηθούν στην ώρα τους, αν θα κάνουν τις ασκήσεις για το σχολείο, αν θα προλάβω να βγάλω τη δουλειά, αν θα μπουν νέα χαράτσια, αν θα γίνουν απολύσεις, αν θα φτάσουν τα λεφτά, αν θα πέσει η κυβέρνηση. Όχι, δεν είχα χρόνο. Είχα «κουτάκια». Αν βρίσκονται στην κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσουν αγγλικά, μπαλέτο και καράτε, αν τα πηγαίνουν καλά στο σχολείο, αν μαθαίνουν όσα προστάζει η ηλικία τους να μάθουν, αν είναι πολύ νωρίς ή πολύ αργά για να ξεκινήσουν κάποιο μουσικό όργανο. Όχι, δεν είχα χρόνο. Είχα χρονοδιάγραμμα. Για τις διακοπές μας, για το παιχνίδι μας, για τα γέλια μας, για τα γαργαλητά μας, για τα παραμύθια μας, για τις βόλτες μας, για τις αγκαλιές μας. Όχι. Δεν ήμουν καλή μαμά. Δεν διαπραγματευόμουν την ώρα του ύπνου, δεν έλυνα όλες τους τις απορίες με τη φαντασία που η ηλικία τους επιτάσσει, δεν έκανα σκόντο στο διάβασμα, λάσκα στις κοπάνες, πλάκα στην παιδικότητα, πλάτες στην αταξία. Δεν έκλεινα τα μάτια στην ακαταστασία, ούτε τα αυτιά στις «κακές κουβέντες», ούτε το στόμα στις παρατηρήσεις. Και ώρες ώρες είχα κι εκείνο το σιχαμερό βλέμμα τού «σε κοιτάζω και σε ακούω, αλλά το μυαλό μου είναι αλλού».

Δεν τους μίλησα ποτέ για τα δικά μου παιδικά χρόνια, για τον δικό μου Άγιο Βασίλη, για το δικό μου δέντρο, για τα δικά μου δώρα, για τα δικά μου γέλια, τα δικά μου κλάματα, τις δικές μου αγάπες, τους δικούς μου φίλους, τους δικούς μου φόβους, τις δικές μου αταξίες, τις ολοδικές μου ζαβολιές. Λες και η δική μου ζωή δεν γέννησε τη δική τους, λες και τα όσα αισθάνονται είναι πολύ ευτελή για το ενήλικο σύμπαν μου, λες και δεν υπήρξα ποτέ παιδί. Αισθάνομαι σαν, τη χρονιά που πέρασε, να έδωσα τα πάντα και να μην πρόσφερα τίποτα που να ταιριάζει στα δικά τους «θέλω». Τυλίγομαι με το πάπλωμα και τρέχω στο σαλόνι. «Καλά, μαμά, είναι ακόμη βράδυ! Πάμε στα κρεβάτια μας. Για λίγο ήρθαμε εδώ, μήπως δούμε τον Άγιο Βασίλη». Τα αγκαλιάζω σφιχτά, ρίχνω μαξιλάρες κάτω από το δέντρο και τροφή στην παιδική τους ψυχή: «Σήμερα, λέω να κοιμηθούμε εδώ, κάτω από το δέντρο. Θέλετε;» Θέλουν! «Στη μαμά, όταν ήταν μικρή, της άρεσε πολύ να κοιμάται κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, αν και φοβόταν τους καλικάντζαρους!» «Φοβόσουν, μαμά;» «Και φοβόμουν, και έκλαιγα, και τσατιζόμουν, και λερωνόμουν. Και ήμουν και φωνακλού, και ακατάστατη, και ζηλιάρα, και άγρια μερικές φορές με τα άλλα παιδάκια. Ήμουν όμως και καλή φίλη σαν τον Αντρέα και καλή μαθήτρια σαν την Ήρα».

Γελάνε. Μ’ ένα γέλιο ευτυχίας που μόνο η σιγουριά της αγάπης μπορεί να σχηματίσει στα παιδικά χείλη. «Κι όταν ήμουν μικρή αναρωτιόμουν πάντα πώς ο Άγιος Βασίλης, που είναι τόσο χοντρός, μπορεί και χωράει μέσα στις καμινάδες». «Και το βρήκες ποτέ, μαμά;» «Βέβαια και το βρήκα! Όταν ο άλλος μάς αγαπάει πάρα πολύ, όπως ο Άγιος Βασίλης, μπορεί και μεταμορφώνεται! Από χοντρός μπορεί να γίνει αδύνατος. Από λυπημένος, χαρούμενος. Από κατσούφης, χαμογελαστός. Από κουρασμένος, ξεκούραστος. Από άγριος, γλυκός, κι από τσατίλας, ήρεμος. Η αγάπη μπορεί να μας μεταμορφώσει σ’ αυτό που ποτέ δεν πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να γίνουμε. Μου πήρε χρόνια να το καταλάβω, αλλά τώρα που το κατάλαβα μπορώ να σας απαντάω σε οτιδήποτε με ρωτάτε. Και μετά η δουλειά, και οι υποχρεώσεις, και τα διαβάσματα και τα “πρέπει” και τα “μη”. Αυτήν τη χρονιά, η μαμά θα μεταμορφώνεται με τη δύναμη της αγάπης και θα χωράει παντού. Σε όλα σας τα όνειρα, σε όλες σας τις ευχές και σε όλες σας τις απορίες, όπως ακριβώς ο χοντρός ο Άγιος Βασίλης μέσα στις καμινάδες»