ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΔΙΠΛΑΝΟΥ ΠΟΡΤΑΛ ΣΑΣ ΑΠΑΝΤΑ: ΝΑ ΤΟ ΣΤΕΙΛΩ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Η ΘΑ ΤΟ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ;

ΚΥΡΙΑ ΑΝΘΗ: Αγαπητό κορίτσι, αποφάσισα να σου γράψω γιατί βλέπω ότι είσαι ανεξάρτητο πνεύμα και αυτήν τη στιγμή χρειάζομαι μια ανεξάρτητη γνώμη, ανεξαρτήτως αν θα την ακούσω ή όχι. Λοιπόν μπαίνω στο ψητό: Εγώ έκανα ένα αγοράκι προ δεκατριών ετών, μετά πολλών κόπων και βασάνων (δεν εννοώ μόνον το σεξ), γιατί είχα ένα μικρό πρόβλημα υπογονιμότητας. Μόλις τελείωσε η γονική άδεια, όλοι μου λέγανε ότι έπρεπε να το στείλω στον παιδικό σταθμό για να γίνει κοινωνικό. Εγώ αντιστάθηκα σθεναρά (είμαι από το Σούλι και, όσο να ’ναι, τα γονίδια λειτουργούν), διότι α) το παιδί μου ΗΤΑΝ κοινωνικότατο, όλη μέρα μιλούσαμε, και β) ξέρω τι θανατηφόρα μικρόβια σέρνονται στους παιδικούς σταθμούς. Ένα παιδί είχα, δεν θα το σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια για τη βολή μου. Άφησα λοιπόν τη δουλειά μου –ήμουν λογίστρια– και αφοσιώθηκα 100% στο ιερό έργο, το βλαστάρι μου. Ο σύζυγός μου δυστυχώς δεν με στήριξε. Παραπονιόταν πως είμαι περίεργη και πως τον έγραψα στα παλιά μου τα παπούτσια. Άντρες, τι να πεις… Εμένα, να σου πω, αφού είχα τον γιόκα μου λίγο μ’ ένοιαζε τι έλεγε αυτός (παρότι στην αρχή έκλαιγα).
Όταν ήρθε η ώρα να πάει το παιδί νηπιαγωγείο έπεσαν όλοι να με φάνε πως ΠΡΕΠΕΙ να το στείλω. Εγώ διαφωνούσα. Γιατί να φάει το μωρό τόσες αρρώστιες; Για να μάθει να τραβάει κόκκινες γραμμές με τον μαρκαδόρο; Γελοία πράματα. Δυστυχώς όμως δεν επικράτησε η γνώμη της μάνας. Με ανάγκασαν να υποταχθώ και να το αφήσω να πάει στο νηπιαγωγείο ενώ –είμαι σίγουρη– θα έτρεμε από τον φόβο του μακριά από το λιμανάκι του σπιτιού του. Πήγαμε και πήραμε ρούχα κλαίγοντας. Πήραμε τσάντα κλαίγοντας. Πήραμε μαρκαδόρους κλαίγοντας (αν και το Τζάμπο είχε πολύ καλές τιμές). Την πρώτη μέρα του σχολείου, όταν το ετοίμαζα, ένιωθα να μου ’ρχεται λιποθυμία έτσι που το έβλεπα δακρυσμένο τόσο δα πλασματάκι. Πώς θα τα έβγαζε πέρα στη ζούγκλα ολομόναχο; Του υποσχέθηκα (κλαίγοντας) ότι δεν θα φύγω ούτε λεπτό από κει. Ότι αν βάλει μια φωνή, θα μπω μέσα και θα το πάρω ξανά σπίτι. Μη σας τα πολυλογώ, δεν χρειάστηκε. Έκατσα επί ώρες στο προαύλιο και παρατηρούσα. Μέσα σε δυο λεπτά ήρθε μια τσούγδω λαλίστατη, ένα χρόνο μεγαλύτερη, το άρπαξε απ’ το χέρι και το ’χωσε με το ζόρι στο παιχνίδι. Ε, παίζε παίζε, παρασύρθηκε και ξέχασε ότι υπάρχω.
Πήγα στο σπίτι (κλαίγοντας). Πώς στην ευχή γίνεται το παιδί το δικό μου να παρασύρεται τόσο εύκολα; Όταν τον πήρα το μεσημέρι, του εξήγησα ότι καλή και άγια είναι η φιλία, αλλά πρέπει να έχει τα μάτια του 14. Οι άνθρωποι είναι κακοί. Εκεί που βλέπεις κάποιον φίλο, ξαφνικά μπορεί να γίνει σκύλος και να σε δαγκώσει. Να φυλάει τα ρούχα του για να ’χει τα μισά. Τέλος πάντων, να μην πολυλογώ, κορίτσι μου, δεν με άκουσε ούτε τότε, ούτε ποτέ. Έκανε πάντα του κεφαλιού του, ζητούσε όλο τους φίλους του (κάτι αλητάκια) και δεν έδινε δεκάρα για τη γνώμη της μάνας.
Τέλος πάντων, περασμένα ξεχασμένα αυτά. Φέτος, μετά από τόσα χρόνια, γέννησα ξανά ένα αγοράκι πανέμορφο, τον Δημητράκη μου, την παρηγοριά μου, που ήταν δώρο του Αγίου Φανουρίου. Και ρωτώ: μετά από όλα όσα τράβηξα με το πρώτο το παιδί μου, τι να κάνω για να σώσω το δεύτερο; Κάθομαι σπίτι όλη μέρα και σκέφτομαι. Πώς θα το προφυλάξω από τις παρέες, τα ναρκωτικά, τα ποτά, τις παλιογυναίκες; Ο άντρας μου με λέει τρελή γιατί το παιδί είναι οκτώμισι μηνών, αλλά η μάνα ξέρει. Αν δεν καταστρώσεις τα σχέδιά σου νωρίς, θα την πατήσεις νωρίς.
ΚΟΡΙΤΣΙ: Κυρία Ανθή, πρώτον, μου έκανε εντύπωση πόσο εύκολα κλαίτε. Δεύτερον, μου έκανε εντύπωση πόσο δύσκολα ακούτε. Τρίτον, μου έκανε εντύπωση πώς το αγοράκι σας σάς μιλάει ακόμα (δεν μου διευκρινίσατε αν ο σύζυγος είναι ακόμα σύζυγος ή την έχει κοπανήσει, αλλά δεν θα μου έκανε εντύπωση το δεύτερο). Αφού ρωτήσατε τη γνώμη μου, θα σας την πω: από την προσωπική μου πείρα, ο φίλος είναι φίλος και όχι σκύλος (απλώς καμιά φορά ο φίλος έχει σκύλο και προσπαθεί να σ’ τον φορτώσει το καλοκαίρι για να πάει αυτός διακοπές). Επίσης, το παιδί είναι παιδί, δεν υποκαθιστά τον σύζυγο, ούτε τη δουλειά, ούτε τους φίλους, ούτε τίποτα. Επίσης, το παιδί είναι τρία κιλά πλάσμα, αν πέσετε πάνω του με όλο σας το βάρος, δεν θα το προφυλάξετε, θα το λιώσετε στο χώμα και μετά θα κλαίτε – γιατί το ’χετε το ρημάδι…

One Response

  1. ΣτέφανοςΚ27 Σεπτέμβριος 12, 2014