ΑΛΛΟΥ ΤΑ ΚΑΚΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΙ ΑΛΛΟΥ ΓΕΝΝΟΥΝ ΟΙ ΚΟΤΕΣ

Όταν ήμουν παιδί, την ώρα που ξεκινούσα για το σχολείο, καθημερινώς, η μητέρα μού έλεγε: «Κοίτα να μάθεις γράμματα γιατί η γη θα σε φάει!» Δεν ξέρω αν εννοούσε ότι θα μείνω στο χωριό να την καλλιεργώ ή ότι μια μέρα των ημερών θα αναπαυθώ εντός της. Το άφηνε πάντα έτσι διφορούμενο∙ όσο απειλητικό, άλλο τόσο ενθαρρυντικό. Πήγα σχολείο και κοίταξα να μορφωθώ. Της ξέφυγα της γης ως προς την καλλιέργεια – τα υπόλοιπα αναμένονται.

Μαζί με μένα και εκατομμύρια άλλοι στις μεγάλες πόλεις –όσο μεγάλες μπορείς να τις θεωρήσεις– με σπουδές, μόρφωση και δουλειές γραφείου, καριέρα, τρεχάματα, άγχος, χαρές, λύπες, επιτυχίες και αποτυχίες. Στο χωριό, χτισμένο ένα εξοχικό για τις καλοκαιρινές διακοπές ή τα Σαββατοκύριακα – παλιότερα∙ τώρα μόνο για τον ΕΝΦΙΑ…

Τώρα που εγώ δεν μπορώ να ζήσω στην εξοχή και μάλλον δεν με ενθουσιάζουν τα κελαηδίσματα των πουλιών, η γαλήνη του πράσινου κάμπου και η απεραντοσύνη του γαλανού ουρανού, η μητέρα έχει αλλάξει τροπάριο: «Έλα και στο χωριό∙ θα πεθάνουμε και θα ρημάξει η γη!»

Αχ, ρε μάνα, καλά τα έλεγες και τότε, καλά τα λες και τώρα. Το μέτρο έπρεπε να βρούμε, αλλά δεν τα καταφέραμε.

Σήμερα, εδώ στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της ευρωπαϊκής νότιας Βαλκάνιας χώρας μας, οι περισσότεροι σαν κι εμένα από χωριά, όλο και πιο επιτακτικά, ψάχνουν να βρουν τα αγαθά της ελληνικής γης: το ελληνικό κρέας, το ελληνικό ψάρι, το ελληνικό μπρόκολο, το ελληνικό τυρί – εκτός αν είναι παρμεζάνα, που ταιριάζει με τη ρόκα, οπότε επιβάλλεται να είναι από την Πάρμα!

Εγώ το λέω και το φωνάζω: Τη γη δεν μπορώ να την περιποιηθώ και κείνη με τη σειρά της δεν μπορεί να με ανταμείψει, γι’ αυτό δεν ψάχνω και φαγητό με ελληνική υπηκοότητα. Δε βαριέσαι, λέω, αφού να το φάω θέλω, όχι να ανοίξω συζήτηση με το βόδι ή το γουρούνι…

Όμως, κάθε μέρα ακούω γονείς που αναζητούν φαγώσιμα ελληνικά προϊόντα –ρούχα, παπούτσια και καλλυντικά εννοείται πως πρέπει να είναι εισαγόμενα–, αναζητούν δουλειά για τα παιδιά τους κάπου στο «εξωτερικό» και βρίζουν Άγγλους-Γάλλους-Πορτογάλους και ειδικότερα τους Γερμανούς που «μας παίρνουν τα παιδιά μας με τα πολλά πτυχία, και τα μεταπτυχία, και τα διδακτορικά, αλλά ας όψονται όλοι οι ‘‘άλλοι’’ που δεν ξέρουν τι ψηφίζουν, δεν νοιάζονται για την πατρίδα, για τη γη μας, που θα μας τα πάρουν όλα οι ξένοι κι εμείς θα είμαστε μετανάστες»!

Με τούτα και με κείνα, και με τη βοήθεια των capital control, όπως πάντα καθ’ οδόν από τα σύννεφα προς τη γη, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι πολύ καιρό –και πολύ μακριά από τα χωριά μας– μάλλον κοροϊδεύαμε ο ένας τον άλλον νομίζοντας ότι τρώμε διάφορα «ελληνικά». Οι διάλογοι, αυτούσιοι και αποκαλυπτικοί: «Καλά, μοσχάρι δεν έχουμε;» – «Όχι, το περισσότερο εισάγεται» – «Χοιρινό;» – «Κι αυτό εισάγεται» – «Κοτόπουλο;» – «Και τα κοτόπουλα τα περισσότερα εισαγόμενα είναι» – «Αυγά τουλάχιστον έχουμε;»

Εδώ ακριβώς είμαστε: να βρούμε αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα!