Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ ΜΑΣ ΞΕΝΑΞΕΙ ΣΕ ΜΙΑ ΛΕΣΧΗ ΑΛΛΟΚΟΤΩΝ ΠΛΑΣΜΑΤΩΝ

Το μυστικό καταφύγιο (Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, βιβλίο 1)Καθώς ο γιος μου μεγαλώνει και αρχίζει τις δειλές εξορμήσεις στις βιβλιοθήκες μου, μου δίνει το δικαίωμα να κάνω κι εγώ εξορμήσεις στις δικές του. Πρόσφατα, λοιπόν, διάβασα, μέσα σε ένα ήρεμο κυριακάτικο απόγευμα, και ύστερα από τις έντονες συστάσεις/ παραινέσεις/ πιέσεις/ πρήξιμο (δίκιο είχε το παιδί, εν τέλει) του 9χρονου, ένα βιβλίο που μου έκανε ιδιαίτερα θετική εντύπωση. Το μυστικό καταφύγιο (Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, βιβλίο 1), του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη (εκδόσεις Πατάκη) απευθύνεται σε παιδιά τελευταίων τάξεων του δημοτικού και σε παιδιά γυμνασίου, αλλά μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί πολύ ευχάριστα και από έναν λάτρη του fantasy οποιασδήποτε ηλικίας (ακόμα και 38, καλή ώρα…). Στην ακόλουθη εικόνα βλέπετε ξεκάθαρα την προσήλωσή μου…

21740642_10155210562347955_5874183927980554955_n

Μετά το πέρας της ανάγνωσης, την οποία απόλαυσα, αναζήτησα τον συγγραφέα και έμαθα ακόμα περισσότερα για το εξαιρετικό βιβλίο του. Ας δούμε, λοιπόν, τι μας είπε ο Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης.

giorgos_panagiotakes

  1. Καλησπέρα Γιώργο. Το βιβλίο σου μου θύμισε εν μέρει τον Χάρι Πότερ, εν μέρει την Μις Πέρεγκριν, σε ένα συνδυασμό που είναι υπέροχος. Όσο, λοιπόν, ανυπομονώ για τη συνέχεια του Μυστικού Καταφυγίου, πες μου πώς εμπνεύστηκες τη Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων. Θυμάσαι πώς ξεκίνησες να τη γράφεις;

Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε. Γενικά, είναι δύσκολο να βρεις την πηγή από την οποία προκύπτει η αρχική ιδέα. Ίσως γιατί οι πηγή δεν είναι ποτέ μία. Είναι πολλές και διαφορετικές. Τα αναγνώσματα σίγουρα συγκαταλέγονται σ’ αυτές. To ίδιο και οι ταινίες ή οι πίνακες που έχεις δει –στα έργα του Μαρκ Σαγκάλ ή του Ιερώνυμου Μπος, για παράδειγμα, συναντούμε πολλά αλλόκοτα πλάσματα. Το βέβαιο είναι πως, για να ξεκινήσεις να γράφεις ένα βιβλίο, θα πρέπει να είσαι σίγουρος πως θα ασχοληθείς με κάτι πολύ δικό σου, κάτι που ξεκινά από μέσα σου και σε τριβελίζει καιρό. Την ιστορία των αλλόκοτων παιδιών, την κουβαλούσα μαζί μου για χρόνια. Ώσπου, μια μέρα, το καλοκαίρι του 2016, έγινε φανερό πως πρέπει να πάρει «σάρκα και οστά» και να μεταμορφωθεί σε βιβλίο.

  1. Πού τοποθετείς τα σχολεία Κρακατόα και Μανίφικο; Είναι άραγε στην Ελλάδα; Ρωτούσε ο γιος μου… 

Την τοποθεσία δεν δικαιούμαι να την αποκαλύψω. Μην ξεχνάμε πως μιλάμε για δύο μυστικά σχολεία. Μπορώ όμως να ψιθυρίσω στο αυτί του γιου σου πως βρίσκονται κάπου στο Βόρειο Ημισφαίριο, σε μια περιοχή που συγκεντρώνει στοιχεία από διάφορες χώρες του κόσμου. Είναι μια χώρα ουσιαστικά φανταστική, αλλά με τον δικό της τρόπο πραγματική.

  1. Μου άρεσαν πολύ όλα τα ονόματα που επέλεξες για τους ήρωές σου, ένα προς ένα. Πώς τα διάλεξες; Είναι έτοιμα για διεθνή καριέρα (λέω τώρα…) 

Ήθελα τα ονόματα να έχουν μια οικουμενικότητα και να περικλείουν κάτι από τον χαρακτήρα του ήρωα. Ορισμένα, πάντως, προέκυψαν σχεδόν από μόνα τους. Έγιναν και κάποιες παράξενες συμπτώσεις. Παράδειγμα, ο Μάρκο Χάλοραν, ο ένας από τους δύο πρωταγωνιστές. Τον ονόμασα έτσι χωρίς πολλή σκέψη. Μετά ανακάλυψα ότι το επώνυμο Halloran, το οποίο συναντάται κυρίως στην Ιρλανδία, σημαίνει «ο ξένος που ήρθε από τη θάλασσα». Αρκετά ταιριαστό επώνυμο για ένα μοναχικό παιδί που έχει γεννηθεί με ένα πτερύγιο δελφινιού καρφωμένο στην πλάτη του! Φαίνεται ότι το μυαλό μας ακολουθεί αλλόκοτες διαδρομές και γνωρίζει πράγματα που εμείς οι ίδιοι αγνοούμε.

  1. Ποιο είναι το αγαπημένο σου αλλόκοτο πλάσμα;

Εννοείται ότι τα αγαπάω όλα. Ακόμα και τους αρνητικούς ήρωες, όπως είναι ο  Μπεν, ο αυτοαποκαλούμενος Άρχοντας των Πτηνών. Αυτές τις μέρες συμπαθώ ιδιαίτερα την Πέτρα Λουίζα και τον Βλαντιμίρ (για τους φίλους Βλάντι). Η πρώτη, επειδή η μαμά της την έτρεχε σε πάρα πολλές δραστηριότητες, απέκτησε την ικανότητα να εμφανίζει έναν δεύτερο εαυτό. Ο δε Βλάντι ξέρει από πριν τι θα συμβεί αλλά δεν προλαβαίνει να κάνει το παραμικρό για να το εκμεταλλευτεί. Μου αρέσει πολύ και ο Χάρι, μα δεν μπορώ να αποκαλύψω την αλλόκοτη ιδιότητά του. Θα ήταν spoiler.

  1. Πιστεύεις ότι κάπου ανάμεσά μας ή κάπου μακριά μας ζουν αλλόκοτα πλάσματα, σαν αυτά που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο σου και απλά δεν φανερώνονται σε όλους μας; Μήπως φανερώθηκαν σε σένα και το βιβλίο αυτό δεν είναι fantasy, αλλά reality για λίγους και τυχερούς; Επίσης, πώς γίνεται παιδιά με τόσο ασυνήθιστες ιδιότητες να είναι τόσο συνηθισμένα;

Ένα βράδυ, αφού είχα αρχίσει να γράφω το βιβλίο, ήμουν μέσα στο τρένο στο σταθμό της Ομόνοιας. Καθώς λοιπόν κοιτούσα από το τζάμι, είδα μια νεαρή γυναίκα, στην πλατφόρμα, να διαβάζει ένα βιβλίο βαδίζοντας αργά πέρα δώθε. Το παράξενο ήταν πως τα πόδια της δεν πατούσαν στο έδαφος, αλλά λίγα εκατοστά ψηλότερα. Ήταν μια οφθαλμαπάτη. Έφταιγε η οπτική γωνία σε συνδυασμό με την κατάσταση του τζαμιού (παρεμπιπτόντως, δεν ήταν και πολύ καθαρό). Αλλά πάλι, ποιος μπορεί να είναι σίγουρος; Στον κόσμο μας συμβαίνουν πολλά θαυμαστά πράγματα. Για να τα δούμε, βέβαια, θα πρέπει να κοιτάμε και λίγο γύρω μας. Αν έχουμε τα μάτια μας διαρκώς στραμμένα στο κινητό μας δεν υπάρχει περίπτωση να συναντηθούμε μαζί τους. Τώρα για το δεύτερο που ρωτάς, είναι νομίζω πολύ λογικό να συμβαίνει αυτό. Ο καθένας μας είναι μοναδική περίπτωση, αλλά παραμένει συνηθισμένος άνθρωπος.

  1. Πώς φαντάζεσαι τον ιδανικό αναγνώστη του βιβλίου σου;

Ο ιδανικός αναγνώστης, αυτός δηλαδή που βρίσκεται στο μυαλό μου όταν γράφω, είναι ρομαντικός, ονειροπόλος, βαριέται εύκολα και γελάει μόνο με τα καλά αστεία. Επίσης έχει ροπή προς την αμφισβήτηση -και πρώτα από όλα αμφισβητεί την αυθεντία του συγγραφέα. Είναι ένας μικρός αναρχικός, δηλαδή.

  1. Το παιδί που θα διαβάσει το βιβλίο σου μάλλον δεν θα έχει δει «Τα πουλια» του Χίτσκοκ. Όμως ο ενήλικας που τα έχει δει δεν μπορεί παρά να κάνει τους συνειρμούς. Το είχες στο μυαλό σου όταν έγραφες το βιβλίο ή σου προέκυψε αργότερα; Ή μήπως είναι μόνο στο δικό μου μυαλό η συσχέτιση… Τρόμαξα. Λιγάκι. Το εννιάχρονο πάλι, καθόλου…

To έχω παρατηρήσει. Με άλλα πράγματα τρομάζουμε εμείς οι ενήλικες και με άλλα τα παιδιά. Πάντως όχι, δεν ήταν μια συνειδητή αναφορά στην ταινία του Χίτσκοκ –παρότι μου αρέσει πολύ. Δεν σου κρύβω ότι αναρωτήθηκα και εγώ πώς προέκυψαν τα πουλιά. Εκ των υστέρων κατέληξα στο εξής: Ο Μάρκο και η Αλίλα έπρεπε να ξαναγεννηθούν, κατά κάποιο τρόπο, μέσα από την περιπέτειά τους. Να αποδεχτούν τους εαυτούς τους, να σταθούν γερά στα πόδια τους και να ξεκινήσουν τη δύσκολη πορεία τους προς την ενηλικίωση. Σαν τους νεοσσούς που βγαίνουν από την φωλιά και κάνουν με θάρρος και αποφασιστικότητα την πρώτη τους πτήση. Μάλλον λοιπόν δεν ήταν τυχαίο που ο Μάρκο και η Αλίλα βρέθηκαν και αυτοί κλεισμένοι σε μια φωλιά φτιαγμένη από πτηνά. Η έξοδός τους από εκεί ήταν μια δεύτερη ευκαιρία. Μια νέα αρχή.

  1. Ποια θα είναι η συνέχεια; Πόσα βιβλία ακόμα να περιμένουμε στη σειρά; Θα προσθέσεις στους πρωταγωνιστές σου κι άλλα αλλόκοτα πλάσματα;

Το δεύτερο βιβλίο της σειράς θα κυκλοφορήσει πολύ σύντομα. Έχει τίτλο «Όταν ήρθαν για εμένα» και η ιστορία του ξετυλίγεται κατά τη διάρκεια του δεύτερου χρόνου της φοίτησης στο Μυστικό Καταφύγιο. Έχει κάποιες πολιτικές προεκτάσεις, αφού πραγματεύεται το ξύπνημα ενός παλιού ευρωπαϊκού εφιάλτη. Παράλληλα, καταπιάνεται με θέματα όπως η ανεξέλεγκτη χρήση του ίντερνετ, η δύναμη της τέχνης, αλλά και η πρώτη αγάπη. Φυσικά θα γνωρίσουμε και ορισμένους πολύ αλλόκοτους καινούριους ήρωες. Το τρίτο βιβλίο της σειράς… Χμ. Μάλλον δεν πρέπει ακόμα να μιλήσω για αυτό!

  1. Η Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων έχει πολύ χιούμορ, μέσα από το οποίο αμβλύνονται οι δυσκολίες που περνούν ή έχουν περάσει οι αλλόκοτοι πρωταγωνιστές σου. Είχες εξαρχής σκοπό να το χρησιμοποιήσεις ή σου προέκυψε γράφοντας;

Το χιούμορ μού βγαίνει αυθόρμητα, αλλά το χρησιμοποιώ συνειδητά γιατί έχει ανατρεπτική δύναμη, φωτίζει λοξά τα γεγονότα και δημιουργεί καινούρια επίπεδα. Είναι, δηλαδή, ένα πολύ χρήσιμο δομικό υλικό. Αντίθετα, η «εύκολη» συγκίνηση αποτελεί την καλύτερη συνταγή για να γράψεις ένα κακό βιβλίο. Και, δυστυχώς, αυτήν την ψεύτικη, προκατασκευασμένη συγκίνηση την συναντούμε αρκετά συχνά στην παιδική λογοτεχνία.

  1. Πόσο απαραίτητη είναι η φαντασία για ένα παιδί στην προεφηβεία και την εφηβεία;

Νομίζω ότι η φαντασία είναι απαραίτητη σε όλες τις ηλικίες. Όμως κάνεις πολύ καλά που το εξειδικεύεις, αφού στην προεφηβεία και την εφηβεία έχει ήδη μπει σε λειτουργία ένας γιγάντιος μηχανισμός, φτιαγμένος για να στραγγίζει τη φαντασία από τους ανθρώπους. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να παραμένει ζωντανή πλάι στον ορθολογισμό –που επίσης είναι απαραίτητος. Μαζί αυτά τα δύο μπορούν, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να φτιάξουν έναν ευτυχισμένο ενήλικα.

  1. Από την εμπειρία σου, τα παιδιά σήμερα διαβάζουν; Σε κάθε περίπτωση, πώς θα μπορούσαν να διαβάζουν περισσότερο;

Θεωρώ ότι το ποσοστό είναι ανάλογο με εκείνο των ενήλικων αναγνωστών -όχι όσο υψηλό θα έπρεπε. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία αυτά τα δύο. Και όπως μας διδάσκει η φυσική, όταν ανεβαίνει η στάθμη στο ένα δοχείο, ανεβαίνει και στο άλλο. Άρα, αν εμείς οι ενήλικες διαβάζουμε περισσότερο, θα διαβάσουν και τα παιδιά περισσότερο. Οι συγγραφείς που ασχολούμαστε με την παιδική λογοτεχνία, πάντως, πρέπει να στοχεύουμε στο αντίστροφο. Να κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν συνειδητά τη λογοτεχνία και έτσι, στα σίγουρα πια, θα γεμίσει και το δοχείο των ενήλικων αναγνωστών. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει να πασχίσουμε περισσότερο. Να μην γράφουμε με συνταγές. Να μην ασχολούμαστε μηχανιστικά με συγκεκριμένα θέματα. Να μην εκβιάζουμε το συναίσθημα και να μην επιβάλουμε το «μήνυμα». Όλα τα παραπάνω απομακρύνουν τα παιδιά από τη λογοτεχνία.

  1. Τέλος, γιατί θα πρότεινες σε ένα γονιό να δώσει «Το Μυστικό Καταφύγιο» στο παιδί του και γιατί θα σύστηνες σε ένα παιδί να το διαβάσει;

Αρχικά για να περάσει όμορφα. Όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν στην πορεία.

19756415_1782199082072274_1193790103420871944_n

Το βιβλίο του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη «Το μυστικό καταφύγιο (Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, βιβλίο 1)» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.