Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ

Η Ροδώπις ήταν μια όμορφη μικρή σκλάβα στην αρχαία Αίγυπτο. Οι άλλες σκλάβες τη ζήλευαν, επειδή ο αφέντης τους της είχε χαρίσει ένα όμορφο ζευγάρι σανδάλια, και την έβαζαν να κάνει όλες τις δύσκολες δουλειές. Μια μέρα ένας αετός της έκλεψε το σανδάλι, το πήγε μακριά και το άφησε στα πόδια ενός πρίγκιπα. Εκείνος, εντυπωσιασμένος από το παπουτσάκι, αναζήτησε την ιδιοκτήτριά του και, βεβαίως, όταν τη βρήκε την έκανε βασίλισσα.

Αρκετά χρόνια νωρίτερα, στην αρχαία Κίνα, χάρη σε ένα γοβάκι που ταίριαζε στο μικροσκοπικό ποδαράκι της είχε βρει εστεμμένο γαμπρό και μια Κινεζούλα. Αιώνες αργότερα, στη Γερμανία κυκλοφορούσε η ιστορία ενός αγοριού «που σκάλιζε στάχτες» και κατάφερε να γίνει βασιλιάς.

Πολύ πριν ο Γάλλος Περό δώσει στη Σταχτοπούτα τη μορφή με την οποία είναι ευρέως γνωστή, σε πολλές ιστορίες ένα σωρό ομορφούλες και ομορφούληδες ανά τον κόσμο σκάλισαν στάχτες ή βρήκαν την ευτυχία χάρη σε ένα μικροσκοπικό παπούτσι. Κι ακόμα και σήμερα, που δεν συνδέουμε το κάλλος με το μικρό μέγεθος του ποδιού, όπως στην προεπαναστατική Κίνα, το παραμύθι είναι ένα τα πιο αγαπημένα. Κι όχι μόνο η Σταχτοπούτα. Και η Χιονάτη, τα Τρία Γουρουνάκια, η Βασίλισσα του Χιονιού, όλες οι κλασικές ιστορίες, γοητεύουν τα παιδιά. Παρόλο που κυκλοφορούν άφθονα ωραία νέα βιβλία. Παρόλο που εμείς μερικές φορές διστάζουμε να τους τα διαβάσουμε στην αυθεντική εκδοχή τους επειδή μας τρομάζει η «σκοτεινή» πλευρά ορισμένων από αυτά: οι θάνατοι, τα κομμένα κεφάλια, οι κακές μητριές και οι Χιονάτες που τις εκδικούνται βάζοντάς τους σιδερένια παπούτσια και αναγκάζοντάς τες να χορέψουν με αυτά μέχρι τελικής πτώσεως.

Πνευματικές εξερευνήσεις

Τα κλασικά παραμύθια, από τα λαϊκά –όπως αυτά του κατέγραψαν οι αδελφοί Γκριμ– ως την πιο λόγια εκδοχή τους –αυτά του Άντερσεν π.χ.– είναι «πνευματικές εξερευνήσεις που αποκαλύπτουν πώς βλέπουμε τη ζωή, πώς τη νιώθουμε ή πώς είναι μέσα μας», εξηγεί o παιδοψυχίατρος Μπρούνο Μπετελχάιμ στο διάσημο βιβλίο του Η γοητεία των παραμυθιών. Και αυτό γιατί «τα πρόσωπα και τα γεγονότα των ιστοριών ταιριάζουν με αρχέτυπα ψυχολογικά φαινόμενα, εκφράζουν εσωτερικές συγκρούσεις και υποδεικνύουν τον τρόπο να λυθούν. Έχουν σημαντικό νόημα για τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, όλων των ηλικιών, όλων των εποχών».

Ένα παιδί δεν είναι ένα αθώο, αφελές, αγγελούδι το οποίο θα πληγώσουμε αν υπαινιχθούμε πως οι άνθρωποι δεν είναι έμφυτα καλοί, πως σε όλους υπάρχει μια ροπή προς την επιθετικότητα, τον εγωισμό, την οργή, το άγχος, πως η ζωή δεν είναι πάντα «φωτεινή». Όλα τα παιδιά ξέρουν πως πολύ συχνά νιώθουν όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα, ξέρουν πως και τα ίδια δεν είναι πάντοτε «καλά» κι όταν αυτό αντιφάσκει με οτιδήποτε ακούν από τους μεγάλους, το μόνο που αισθάνονται είναι πως μάλλον εκείνα είναι εξαίρεση, κάτι σαν τερατάκια.

Για να μπορέσει ένα παιδί να ξεπεράσει ναρκισσιστικές απογοητεύσεις, οιδιπόδεια διλήμματα, αντιζηλίες με τα αδέλφια, θυμό γενικώς, αλλά και απέναντι σε  έναν από τους γονείς ειδικώς, φόβους, άγχη, να γνωρίσει το εαυτό του, να ωριμάσει, να αποκτήσει αυτοεκτίμηση, γράφει ο Μπετελχάιμ, χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να τα βγάλει όλα αυτά στο προσκήνιο, αισθανόμενο ασφαλές επειδή ξέρει πως στο τέλος «όλοι θα ζήσουν καλά» και με συμβολικό τρόπο: εναντίον της κακιάς μητριάς της Χιονάτης (όχι της μαμάς του), των κακών αδελφών της Σταχτοπούτας (όχι των δικών του), ακούγοντας τις περιπέτειες του Χαζούλη (που είναι ένας «υποτιμημένος» μικρούλης σαν αυτόν). Μετά χρειάζεται υποδείξεις, πάλι με συμβολικό τρόπο, για το πώς θα τα ξεπεράσει.

Πάλι, πάλι

Το αυθεντικό παραμύθι, λέει ο Μπετελχάιμ, μεταδίδει ακριβώς αυτό το μήνυμα: ότι οι δυσκολίες της ζωής είναι αναπόφευκτες, απρόσμενες και συχνά άδικες, αλλά όποιος δεν λιγοψυχήσει και εξελιχθεί, κυριαρχεί σε όλα τα εμπόδια. Και το μήνυμα δίνεται με τρόπο που κινητοποιεί τη φαντασία και διασκεδάζει. Κάτι που δεν συμβαίνει σε διάφορες εξωραϊσμένες εκδοχές των ίδιων ιστοριών ή σε ηθικοπλαστικούς μύθους: Το ίδιο περίπου συμπέρασμα βγαίνει από τον Τζίτζικα και τον μέρμηγκα και τα Τρία γουρουνάκια, αλλά τα γουρουνάκια είναι που λατρεύουν τα παιδιά. Στο παραμύθι υπάρχει εξέλιξη, πρόοδος, γοητεία. Ενώ στο ηθικοπλαστικό Τζιτζίκι αυτό που μένει είναι η απορία «είναι κακό να περνά κανείς καλά το καλοκαίρι;» και ένας τσιγκούνης μέρμηγκας που δεν βοηθά τον γείτονά του.

Το ίδιο το παιδί αποφασίζει ποιο παραμύθι είναι το καταλληλότερο για το ίδιο και τη φάση που βρίσκεται και το ζητάει ξανά και ξανά. Φυσικά ο γονιός αυτό που θα διαλέξει είναι αυτό που του είχε αρέσει εκείνου όταν ήταν μικρός ή εκείνο που του αρέσει τη συγκεκριμένη στιγμή. Αν στο παιδί δεν αρέσει, σημαίνει ότι οι κεντρικές ιδέες δεν μπόρεσαν να το αφυπνίσουν. Αλλά κι αν το πετύχει, καλύτερα είναι να κρατήσει τη γνώση του για τον εαυτό του: οι σημαντικότερες αντιδράσεις μέχρι μια ηλικία είναι υποσυνείδητες και δεν πρέπει, λένε οι ειδικοί, να εισβάλλει κανείς στο υποσυνείδητο. Άλλωστε μεγαλώνουμε και βρίσκουμε εσωτερική ασφάλεια επειδή κατανοούμε και λύνουμε μόνοι μας τα εσωτερικά μας προβλήματα, όχι επειδή ακολουθούμε τις οδηγίες κάποιου άλλου. Έτσι ζούμε και εμείς καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.