Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΑΝ Τ’ΑΣΤΕΡΙΑ

Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέριαΕντελώς τυχαία διάβασα «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια» του Βασίλη Παπαθεοδώρου τη νύχτα της 20ης Ιανουαρίου. Τη νύχτα που η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Λένα Μανιέ, μαθήτρια της Τρίτης Λυκείου, εξαφανίζεται. Το γεγονός αυτό δρα καταλυτικά στις σχέσεις συγγενών, φίλων και γνωστών της, καθώς όλοι αναρωτιούνται για το δικό τους ρόλο σε αυτήν την εξαφάνιση, αλλά προπάντων για το ρόλο των άλλων. Εννέα άτομα-αφηγητές προσπαθούν να δικαιολογήσουν, να συγκαλύψουν, να κατηγορήσουν. Και καθώς περνά ο καιρός οι σχέσεις τους δοκιμάζονται, αλλάζουν, φτιάχνουν, καταρρέουν. Κι η Λένα, πανταχού παρούσα αν και απούσα, κινεί εν αγνοία της τα νήματα όλων όσα συμβαίνουν…

Νομίζω πως δύσκολα θα ξεχάσω το βιβλίο αυτό. Είναι σκληρό και σοκάρει, συμπυκνώνοντας όλα τα πάθη της εφηβείας, αλλά και της ενήλικης ζωής: φιλίες, έρωτες, παιδεραστία, εκφοβισμό, εξαφανίσεις, βιασμούς, διαλυμένες, τοξικές οικογένειες, ομοφυλοφιλία, ρατσισμό, αρρώστιες, απιστίες, σχολείο, πανελλήνιες, κομπίνες, ΜΜΕ, κρίση, άγχη, ενοχές, φόβους, φόνους… Ο συγγραφέας του μιλάει στο Τaλκ. 

Βασίλης Παπαθεοδώρου

  1. Γεια σας κ. Παπαθεοδώρου. Καταρχάς συστηθείτε στους αναγνώστες μας.

Γεια σας κι από μένα. Είμαι συγγραφέας νεανικών και παιδικών βιβλίων, ένας άνθρωπος που βρήκε την όποια κλίση του μέσα από το γράψιμο. Ξέρετε, το παράπονό μου μέχρι τα 26 μου ήταν ότι, πέρα από τα μαθήματα, δεν ήμουν καλός σε κάτι άλλο. Δεν είχα ένα χόμπι, δεν ήξερα τι σημαίνει δημιουργική απασχόληση. Ήμουν κοινωνικός και συνάμα μοναχικός κι έτσι προσπάθησα να διοχετεύσω τη μοναχικότητά μου σε κάτι πιο κοινωνικό. Να απευθυνθώ στους πολλούς με κάποιες ιστορίες που θα αρέσουν σε μένα. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα ή σε ποιον βαθμό, αλλά αν μη τι άλλο μέσα από το γράψιμο και τη δημιουργική διαδικασία βρίσκω τη δική μου ηρεμία. Και την αυτοπεποίθηση που δεν είχα παλιά.

  1. Πώς συλλάβατε την ιδέα για το μυθιστόρημα «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄αστέρια»;

Μου άρεσε να πω μια ιστορία, όπου τα όρια μεταξύ των ενόχων να είναι δυσδιάκριτα. Μια ιστορία όπου όλοι να φταίνε και να μη φταίνε ταυτόχρονα κι όπου κανείς δεν θα μπορούσε να καταλογίσει σε κάποιον κάτι κακό ενώ παρόλα αυτά να έχει γίνει κάτι κακό. Δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο, το μυθιστόρημα είναι ένα κείμενο όλων των αποχρώσεων, όλων των χρωματισμών. Ήθελα να πω πως το κακό παραμονεύει στην καθημερινότητά μας, ίσως να το προκαλούμε και εμείς οι ίδιοι με συμπεριφορές που εκδηλώνονται και προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις κι αποτελέσματα, χωρίς να είναι αυτό η αρχική μας πρόθεση. Ήθελα να υπάρχει η έννοια της ευθύνης, των ενοχών. Το βιβλίο το θεώρησα πρόκληση για μένα, απαιτούσε γνώση ψυχολογικών διακυμάνσεων. Κι αν όχι γνώση, τουλάχιστον ενσυναίσθηση. Προσπάθησα να μπω σε κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, να του δώσω διακριτή φωνή. Και προσπάθησα να πω πως η εικόνα που έχουμε για έναν άνθρωπο, δεν είναι πάντα η σωστή. Είναι απλά η δική μας οπτική, που κάποιες φορές βγαίνει σε καλό και κάποιες, όπως στο εν λόγω βιβλίο, σε κακό.

  1. Σε ποιον απευθύνεται αυτό το βιβλίο; Σε εφήβους, σε γονείς, σε εκπαιδευτικούς; Ποιον αναγνώστη φανταζόσασταν απέναντί σας όταν το συγγράφατε και γιατί θα του προτείνατε να το διαβάσει;

Ένα μυθιστόρημα θεωρώ πως πρέπει να απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, ακόμα κι αν δεν τους αφορά άμεσα εκείνη τη στιγμή. Κι αυτό γιατί οι παραλληλισμοί, οι συνδέσεις και οι προβολές που γίνονται στο μυαλό κάποιου, είναι απρόβλεπτοι. Απέναντί μου είχα τον εαυτό μου, ήθελα να γράψω μια ιστορία που να αρέσει πρώτα απ’ όλα σε μένα, αλλά να τη γράψω κατά τέτοιον τρόπο που να απευθύνεται σε νέους. Αν δεν αρέσει αυτό που γράφω σε μένα, τότε δεν μπορώ να έχω την απαίτηση ή την προσδοκία να αρέσει σε κάποιον άλλον. Ο καθένας όμως μπορεί να βρει κάποια στοιχεία μέσα στο βιβλίο που να του φανούν οικεία, που να τον προειδοποιήσουν ή να τον βάλουν σε σκέψεις, αν βέβαια θέλει να τα δει. Η απεικόνιση μιας σκληρής πραγματικότητας, άβολης σε πολλούς, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου.

  1. Είχατε κάποιο στόχο γράφοντας το βιβλίο; Θεωρείτε ότι μετά την ανάγνωσή του ο καθένας από εμάς θα προβληματιστεί τόσο ουσιαστικά ώστε να αλλάξει έστω και λίγο το πώς δρα και αντιδρά στην καθημερινότητά του; 

Αν μου γινόταν αυτή η ερώτηση πριν από χρόνια θα απαντούσα διαφορετικά. Θα έλεγα ότι ένα βιβλίο, όσο και να το θέλει, δεν μπορεί να καταλήξει σε σταυροφορία υπέρ του ενός ή του άλλου σκοπού. Έχω όμως ήδη διαψευστεί ευχάριστα κάποιες φορές, λίγες μεν, αλλά χαρακτηριστικές. Έχω λάβει κατά το παρελθόν κάποια μηνύματα από μαθητές ή πρώην μαθητές, που είχαν διαβάσει τη «Διαπασών» ή το «Ημερολόγιο ενός δειλού», συνειδητοποίησαν κάποια πράγματα και άλλαξαν ρότα προς το καλύτερο, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά τους. Συνεπώς μπορεί κάποιοι να προβληματιστούν ουσιαστικά, άλλοι λιγότερο, άλλοι καθόλου, εξαρτάται από το άτομο και από τη φάση που περνά. Δε θεωρώ όμως κάτι συγκεκριμένο, υποβάλλω μια αναγνωστική πρόταση, που κρίνεται κατά το δοκούν. 

  1. Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε όλα τα θέματα που απασχολούν τους σημερινούς εφήβους (και πολλά από όσα απασχολούν τους ενήλικες) μέσα σε 230 σελίδες, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τον διδακτισμό και την ηθικολογία;

Η ίδια η ζωή, ο χαρακτήρας μας συμπυκνώνει ένα σωρό ομοειδή ή αντιφατικά χαρακτηριστικά. Δεν κινήθηκα βάσει keywords, δεν έψαξα για λέξεις-κλειδιά που να βοηθούν στην ταξινόμηση του βιβλίου. Ήθελα να αναδείξω ή περιγράψω την πολυπλοκότητα των σκέψεων και του χαρακτήρα, ότι όλοι δεν είμαστε μόνο το ένα ή το άλλο, αλλά μια σύνθεση από πολλά περισσότερα πράγματα. Αυτό μας κάνει να μην είμαστε μονοδιάστατοι. Οπότε έγιναν αναφορές σε πολλές προβληματικές που απασχολούν την καθημερινότητά μας και τις συναντάμε πάντα και μαζί. Όσο για το διδακτισμό και την ηθικολογία, θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι από αυτά τα άτομα που κουνούν το δάχτυλο, το απεχθάνομαι αυτό. Για να το πω κάπως πιο ξεκάθαρα, ο τρόπος που γράφω είναι και ο τρόπος που σκέφτομαι.

  1. Πώς επιλέξατε τους χαρακτήρες σας; Ποιον συμπαθείτε περισσότερο και ποιος σας είναι ο πιο αντιπαθής; Γιατί δεν βάλατε τη μάνα της Λένας να μιλήσει και εκείνη σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση;

Η μάνα ήταν ο πιο δύσκολος χαρακτήρας. Επίτηδες την έβαλα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση γνωρίζοντας πως η απόγνωση και η απελπισία της μάνας σε μια τέτοια περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί. Ενίοτε και πολύ επικίνδυνο συγγραφικά γιατί μπορεί να οδηγήσει σε κλισέ και μελό καταστάσεις. Παρόλα αυτά της έδωσα έναν διακριτό ρόλο, ενώ σεβόμενος το δράμα της την κράτησα σε απόσταση. Επίσης έδωσα ανθρώπινη υπόσταση στην αστυνομικό, δεν είναι ανάγκη να περιγράφονται πάντα οι αστυνομικοί με αρνητικό τρόπο. Θα έλεγα ότι όλοι οι χαρακτήρες έχουν συμπαθητικές κι αντιπαθητικές πλευρές κι εγώ που τους βλέπω τώρα δυσκολεύομαι να αγαπήσω ή να μισήσω κάποιον τόσο πολύ. Βρίσκω ελαφρυντικά αλλά και λάθη σε όλους. Ακόμα και οι πιο αντιπαθητικοί χαρακτήρες, όπως ο ψευτοεπαναστάτης Χρήστος, ο αδελφός του θύματος, έχει μια κάποια γοητεία. Χαίρομαι που δεν μπορώ να σταθώ με όρους συμπάθειας/αντιπάθειας απέναντι σε όλους αυτούς, γιατί αυτό σημαίνει πως κι εγώ τελικά μπλέχτηκα, πως κρατώ μια αμφίθυμη στάση. Η αμφιθυμία είναι ένα από τα κέντρα βάρους και τα χαρακτηριστικά του βιβλίου, κατά τη γνώμη μου.

  1. Ήσαστε έφηβος στη δεκαετία του ’80. Τι έχει αλλάξει σχεδόν 40 χρόνια μετά;

Το διαδίκτυο και η διείσδυση της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας σε αυτόν το βαθμό. Ο όγκος της πληροφόρησης και της επιφανειακής ενημέρωσης. Τα σόσιαλ μίντια. Κακά τα ψέματα, μιλάμε πλέον για έναν διαφορετικό κόσμο. Ο πυρήνας όμως του έφηβου είναι ο ίδιος. Υπάρχουν οι φοβίες και οι ανασφάλειες, τα κόμπλεξ, η παρορμητικότητα, όλα αυτά είναι κυρίαρχα και δομικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του νέου. Ο τρόπος όμως που εκδηλώνονται τα προηγούμενα καθώς και οι ανάγκες των σημερινών νέων διαφέρουν, τουλάχιστον ως προς τη μορφή που εξωτερικεύονται.

  1. Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις από τα παιδιά που διάβασαν «Τη νύχτα που έσβησαν τ΄αστέρια»; Πήγατε σε σχολεία; 

Το βιβλίο κυκλοφόρησε μέσα στο Δεκέμβριο του 2018, συνεπώς είναι ακόμα αρκετά πρώιμο να μιλήσω για σχολεία. Παιδιά φίλων και γνωστών, που το έχουν διαβάσει, έχουν ενθουσιαστεί. Αυτό που μου κάνει όμως εντύπωση είναι πως σε όσα σχολεία έχω πάει κι έχω μιλήσει γι’ αυτό, χωρίς να το έχουν διαβάσει, η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών θέλει τραγικό τέλος, σε αντίθεση με τους ενήλικες που προτιμούν το χάπι εντ. Ίσως γιατί ο ενήλικας βλέπει το βάρος της δικιάς του ευθύνης και κάνει προβολή στα δικά του παιδιά. Οι μαθητές όμως ισχυρίζονται πως έχουν βαρεθεί τη θεματολογία με ευχάριστη κατάληξη, προτιμούν ρεαλισμό.

  1. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως «young adult» μυθιστόρημα, απευθύνεται δηλαδή κατά κύριο λόγο σε παιδιά προς το τέλος της εφηβείας και σε νέους ενήλικες. Μήπως το βιβλίο θα ήταν πιο… εμπορικό αν είχε κυκλοφορήσει ως ανάγνωσμα για ενήλικες;

Ενδεχομένως να ήταν, ενδεχομένως να μην ήταν, δεν μπορεί κανείς να προβλέψει με ασφάλεια τις αναγνωστικές συμπεριφορές. Απλά εγώ νιώθω πολύ άνετα στο νεανικό μυθιστόρημα, πιο σίγουρα. Έχω βρει τα πατήματά μου. Δε θα έκανα κάτι απλά και μόνο για την εμπορική επιτυχία. Το βιβλίο δε θα γραφόταν έτσι αν ήταν αμιγώς μυθιστόρημα ενηλίκων. Κακά τα ψέματα δε νιώθω ότι έχω κάτι να πω, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σε αυτό το είδος, το μυθιστόρημα ενηλίκων. Ίσως και να μην αισθάνομαι τόσο επαρκής, να έχω ανασφάλεια. Όμως το βιβλίο απευθύνεται και σε ενήλικες, νομίζω πως έχει μεγαλύτερη αξία να δουν κάποιοι ενήλικες πώς σκέφτονται οι νέοι.

  1. Τελικά, ποιος έφταιγε για ό,τι συνέβη στη Λένα Μανιέ; Ή στον Άλεξ, πολύ παλιότερα, ή στον Βαγγέλη Γιακουμάκη ή πολύ πρόσφατα στην Ελένη Τοπαλούδη και σε δεκάδες άλλα γνωστά και άγνωστα θύματα; Κατά τη γνώμη σας, θύτης είναι μόνο αυτός που δίνει τη χαριστική βολή ή είμαστε όλοι, ως μέλη μιας τοξικής, βαθιά ανήθικης κοινωνίας, εν δυνάμει ένοχοι για ό,τι συμβαίνει γύρω μας; 

Το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα μυθιστόρημα για μια ιστορία βιασμού, για μια δολοφονία. Όπως και το «Ημερολόγιο ενός δειλού» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για το bullying. Ξέρετε, παλιότερα, στα πρώτα μου βήματα είχα στείλει ένα μυθιστόρημα παιδικό σε πολλούς εκδοτικούς οίκους και όλοι το είχαν απορρίψει. Ένας μου απάντησε πως οι χαρακτήρες είναι επίπεδοι, χωρίς βάθος. Τότε αυτό με είχε πειράξει. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως είχαν δίκιο. Κι αυτό με βοήθησε. Το βιβλίο δεν έχει βγει, αλλά μου έμεινε η παρατήρηση του να σκάβω τους χαρακτήρες. Αυτό προσπάθησα να κάνω κι εδώ. Να σκάψω όλη την κοινωνία κατά κάποιον τρόπο ή έστω αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής. Και να πω ότι το θύμα κατασκευάζεται από τον θύτη κι από τον εαυτό του, αλλά ο θύτης κατασκευάζεται από τους άλλους, τους τρίτους, τους φαινομενικά αμέτοχους.

11.Κλείνοντας, μια ίσως μπανάλ, αλλά ουσιαστική -για μένα- ερώτηση. Μπορεί η λογοτεχνία και η τέχνη εν γένει να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο;

Σε καθολική κλίμακα αμφιβάλλω, η λογοτεχνία δεν παίρνει τόσο συχνά τη μορφή μανιφέστου ή σταυροφορίας. Σε ατομική κλίμακα, σίγουρα ναι, αναφέροντας ως παράδειγμα την αλλαγή ρότας προς το καλύτερο κάποιων νεαρών αναγνωστών, για την οποία μίλησα προηγουμένως. Παλαιότερα ίσως ήταν κάπως διαφορετικά τα πράγματα, χωρίς να το ξέρω με σιγουριά. Για παράδειγμα φαντάζομαι πως διαφορετική επίδραση θα είχαν τα «Ματωμένα Χώματα» όταν πρωτοβγήκαν και διαφορετική θα είχαν αν γράφονταν σήμερα. Και πάλι, αυτό το λέω με επιφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτές οι λίγες έστω περιπτώσεις, τουλάχιστον στις μέρες μας, δεν παύουν να είναι πολύ σημαντικές. Απλά γιατί υπάρχουν και σηματοδοτούν ένα δρόμο, ότι μπορεί και να γίνει κάτι. Αρκεί βέβαια και ο αναγνώστης να είναι δεκτικός ή να το χρειάζεται.

42815726

Το βιβλίο «Τη νύχτα που έσβησαν τ’ αστέρια» του Βασίλη Παπαθεοδώρου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.