ΝΕΚΡΕΣ ΦΥΣΕΙΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΣΤΟΝ ΣΕΖΑΝ.

Το χρώμα το ίδιο μοιάζει να μας προκαλεί, να αγγίζει κάποιο νεύρο μέσα μας, διεγείρει, ενθουσιάζει, ξυπνά μέσα μας λέξεις που δεν ξέραμε καν πως υπάρχουν, υπαινίσσεται την παρουσία μορφών εκεί που πριν δεν βλέπαμε παρά το κενό. 

Μικρό ιστορικό

Άνθη, φρούτα, θηράματα αλλά και αντικείμενα, περίτεχνα ζωγραφισμένα, μπροστά από τα οποία έτυχε να σταθούμε με θαυμασμό, σε κάποιο μουσείο ή ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο τέχνης, και φέρονται ως «νεκρές φύσεις», αποτελούν ένα πολύ ιδιαίτερο και άκρως ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας της ζωγραφικής. Ο χαρακτηρισμός νεκρή φύση κάνει την εμφάνισή του στα τέλη του 17ου αιώνα για να αντικαταστήσει τον όρο cose naturali που χρησιμοποιεί ο Giorgio Vasari για τα ζωγραφικά μοτίβα του Giovanni Udine (1487-1564), του πρώτου μοντέρνου ζωγράφου που υπηρέτησε το τόσο ιδιαίτερο αυτό είδος. Στη Φλάνδρα, όπου η ζωγραφική γνώρισε μεγάλη άνθηση, ο όρος (stilleven)κάνει την εμφάνισή του γύρω στα 1650 για να υιοθετηθεί από τη γερμανική γλώσσα ως Stilleben και από την αγγλική ως still-life. Στη Γαλλία ο όρος (nature morte) καθιερώνεται στον 18ο αιώνα, ενώ ο Ντιντερό στα γραπτά του για τα περίφημα ετήσια Σαλόνια της ζωγραφικής, στο Παρίσι, χρησιμοποιεί την έκφραση natures inanimées (άψυχες φύσεις). Να θυμίσουμε, τέλος, ότι στα ισπανικά οι νεκρές φύσεις λέγονται bodegones somines. Τις υπηρέτησαν πιστά πολλοί καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων και ο άκρως αινιγματικός μπαρόκ ζωγράφος Juan Fernández (ο λεγόμενος El Labrador), του οποίου βλέπουμε εδώ τον γνωστό πίνακα με τα σταφύλια που βρίσκεται στο Museo Nacional del Prado, στη Μαδρίτη.

Paul_Cézanne,_Still_Life_With_Apples,_c._1890

Ρυπογραφία ή Μεγαλογραφία;

Οι ζωγραφιές των «άψυχων πραγμάτων», που γνωρίζουν το απόγειό τους κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και συγκεκριμένα στην ελληνιστική εποχή. Δυστυχώς από τα έργα αυτά δεν έχουν διασωθεί ειμή μόνον κάποιες περιγραφές, η γνωστότερη των οποίων είναι εκείνη του Πλίνιου του Πρεσβύτερου (23-79 μ.Χ.), σύμφωνα με τον οποίο ο σπουδαιότερος ζωγράφος του είδους ήταν ο Πειραϊκός, ενεργός στον 4ο αιώνα π.Χ. Τα έργα του είχαν αντικείμενο θέματα καθημερινά, «φαγώσιμα και άλλα». Ζωγράφιζε σκηνές χειρωνακτικών επαγγελμάτων, όπως το μαγαζί του κουρέα, το εργαστήριο του υποδηματοποιού, όνους, θηράματα και άλλα περιφρονημένα… Γι’ αυτόν τον λόγο τον ονόμαζαν ρυπαρογράφο (αυτός που απεικονίζει ευτελή αντικείμενα) ή ρωπογράφο (αυτός που απεικονίζει καθημερινά αντικείμενα και καταστάσεις). Ζωγράφος λοιπόν «ευτελών αντικειμένων», ο Πειραϊκός ‒σύμφωνα πάντα με τον Πλίνιο‒ γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και τα έργα του πωλούνται σε πολύ υψηλότερες τιμές από εκείνα των μεγαλογράφων συναδέλφων του, των ζωγράφων δηλαδή οι οποίοι ασχολούντο με θέματα από τη μυθολογία, τους ήρωες, τις μάχες και άλλα ένδοξα και υψηλόφρονα. Η ιδέα αυτή της τέχνης που δεν μπορεί, λόγω της θεματικής της, να διεκδικήσει την πρώτη θέση θα στοιχειώσει στην κυριολεξία τις νεκρές φύσεις μέχρι τον 20ό αιώνα: «Αυτός που ζωγραφίζει ένα τοπίο είναι χίλιες φορές καλύτερος από εκείνον που δεν καταπιάνεται παρά μονάχα με φρούτα, άνθη ή κοχύλια. Αυτός πάλι που ζωγραφίζει τα ζωντανά χαίρει μεγαλύτερης εκτίμησης από εκείνον που αναπαριστά όντα και αντικείμενα νεκρά και δίχως κίνηση», γράφει το 1667 ο Γάλλος αρχιτέκτονας André Félibien, στον οποίο οφείλουμε, μεταξύ άλλων, και μία πραγματεία για τις απαρχές της ζωγραφικής. Παρ’ όλα αυτά η Νεκρή Φύση θα καταφέρει να γίνει «αυτόνομο είδος» και να γνωρίσει ημέρες πραγματικής δόξας κατά τον 17ο αιώνα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Συμβατικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ως πρώτο έργο που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της νεκρής φύσης (με τη μοντέρνα αντίληψη) τον πίνακα του Jacopo de’ Barbari (1445-1516) Νεκρή φύση με πέρδικα, βέλος και σιδηρά χειρόκτια που βρίσκεται σήμερα στο Μόναχο (Παλαιά Πινακοθήκη).

Labrador-cuatro_racimos_de_uvas

Ο Χρυσός αιώνας και ο Μοντερνισμός

«Όσο κόπο και φροντίδα καταβάλλω για να ζωγραφίσω έναν πίνακα με πρόσωπα άλλον τόσο χρειάζομαι για να φιλοτεχνήσω ένα όμορφο έργο με άνθη» έλεγε ο Καραβάτζιο, του οποίου το περίφημο Πανέρι με τα φρούτα αποδεσμεύει, εν πολλοίς, τη νεκρή φύση από τις εμφανείς θρησκευτικές και άλλες φιλοσοφικές οφειλές της καθιστώντας την, αν όχι για το ευρύ κοινό, αποδεκτή, ως είδος, από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Έτσι αρχίζει η ανεμπόδιστη εξέλιξή της σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μεταξύ 1600 και 1620 αναπτύσσεται, θα μπορούσαμε να πούμε, το «κοσμοπολίτικο» ύφος της νεκρής φύσης και προσηλώνεται σε δύο κυρίως θεματικές: λουλούδια-φρούτα και τραπέζια πάνω στα οποία βρίσκουμε πάσης φύσεως εδέσματα (θηράματα, θαλασσινά, λαχανικά, κρασιά, γαλακτοκομικά…) Το μάτι βυθίζεται μέσα σε ένα κέρας αφθονίας ή σε μια οργιαστική συμφωνία έντονων χρωμάτων όπου διαδέχονται το ένα το άλλο. Θα πρέπει βέβαια να πούμε ότι τόσο οι μπαρόκ όσο και οι μανιεριστικές ζωγραφικές τεχνοτροπίες και αισθητικές ήταν ευνοϊκές για την ανάπτυξη του είδους.

Έτσι σιγά σιγά οι υποτιμημένες ρωπογραφίες εισέρχονται στο βασίλειο της υψηλής τέχνης· η πρόοδος αυτή οφείλει πολλά και στις αισθητικές αναζητήσεις των μεγάλων ζωγράφων του 18ου αιώνα, όπως ο Jean Siméon Chardin (1699-1779), για τον οποίο ο Diderot λέει: «Πρόκειται για παχιά στρώματα χρώματος που έχουν μπει το ένα πάνω στο άλλο… Αν πλησιάσετε, όλα θολώνουν, γίνονται επίπεδα και εξαφανίζονται. Απομακρυνθείτε, όμως, και θα δείτε πως όλα αναδημιουργούνται και αναπαράγουν εκ νέου το έργο». Η ματιά ή καλύτερα η πινελιά του Chardin, πρωτίστως, αλλά και άλλων ζωγράφων βοηθούν τη νεκρή φύση να προσεγγίσει τον μοντερνισμό και να οδηγήσει σε νέες εικαστικές προσεγγίσεις όπως αυτές του Μανέ και του Σεζάν.

Jean-Siméon_Chardin_-_Still_Life_with_Leg_of_Lamb_-_Google_Art_Project

Τα μήλα του Σεζάν  

 «Προσπαθώ να δείξω την εσωτερική δομή των σχημάτων» έλεγε ο μεγάλος Σεζάν, που τα μήλα ήταν ένα από τα αγαπημένα θέματα των απαράμιλλων νεκρών φύσεών του. Ο ζωγράφος Emile Bernard μάς λέει πως για τον Σεζάν δεν υπάρχουν ούτε γραμμές ούτε σχήματα, μόνο αντιθέσεις. Πίστευε πως το σχήμα δημιουργείται από μια ακριβή συσχέτιση τόνων, οι οποίοι δίνουν στο ζωγραφικό έργο υπόσταση εάν και εφόσον παρατεθούν αρμονικά: «Όσο πλουσιότερο είναι το χρώμα τόσο η μορφή φτάνει στην πληρότητά της», έλεγε ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης. Η απλότητα αλλά και συνάμα η πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει τις νεκρές φύσεις του θα ενθουσιάσει και τη Virginia Woolf: «Και τι δεν θα μπορούσαν να είναι έξι μήλα; Υπάρχει μία συνάφεια ανάμεσα σε καθένα από αυτά και στο χρώμα καθώς και στον όγκο. Όσο περισσότερο τα κοιτάς τόσο φαίνονται να γίνονται πιο κόκκινα και πιο στρογγυλά, πιο πράσινα και πιο βαριά. Το χρώμα το ίδιο μοιάζει να μας προκαλεί, να αγγίζει κάποιο νεύρο μέσα μας, διεγείρει, ενθουσιάζει, ξυπνά μέσα μας λέξεις που δεν ξέραμε καν πως υπάρχουν, υπαινίσσεται την παρουσία μορφών εκεί που πριν δεν βλέπαμε παρά το κενό». Τα σχόλια αυτά αναφέρονται σε μια λονδρέζικη έκθεση, των αρχών του 20ού αιώνα, η οποία περιελάμβανε και 21 πίνακες του Σεζάν.

Jacopo_de'_Barbari_001

Στις 7 Μαΐου 2013 μία νεκρή φύση με μήλα του Σεζάν πωλήθηκε σε δημοπρασία του οίκου Sotheby’s, στη Νέα Υόρκη, έναντι 32 εκατ. ευρώ. Φιλοτεχνημένος μεταξύ 1889 και 1890, ο πίνακας αυτός θεωρείται από τους ειδικούς ως μια από τις τελειότερες νεκρές φύσεις του καλλιτέχνη. Πώς θα αισθανόταν άραγε ο Σεζάν αν μπορούσε να δει όλες αυτές τις αγοραπωλησίες της τέχνης; Ίσως και να τον άφηναν παντελώς αδιάφορο.