ΜΑΜΑ, ΚΟΙΤΑ ΤΙ ΜΑΓΕΙΡΕΨΑ!

MAMAΚαθώς οι μέρες μετρούσαν αντίστροφα και η χώρα βυθιζόταν σε έναν καταναγκαστικό λήθαργο προκειμένου να διασφαλισθεί η δημόσια υγεία, σχεδόν σε κάθε σπιτικό έβραζε, κεκλεισμένων των θυρών, μια τσουκάλα και από μέσα της αναδύονταν λογιών λογιών μυρωδικά. Η τσουκάλα αυτή είναι βασικό σκεύος σε όλα τα νοικοκυριά από την ημέρα της εμφάνισής της, και κάπως, μερικές φορές επικίνδυνα, καμώνεται πως είναι και συγγενής της ψυχικής σκευής. Η τσουκάλα αυτή έχει και όνομα (όπως, άλλωστε, έχει και κάθε σκεύος: ταψί, κατσαρόλα, τηγάνι…). Είναι το γνωστό σε όλους μας διαδίκτυο.

Δημιουργώντας ασύστολα

Από την πρώτη μέρα του εγκλεισμού, αν και φαινομενικά ήμασταν καθισμένοι αναπαυτικά στους καναπέδες, στα κρεβάτια και στις πολυθρόνες μας, κατά βάθος καθόμασταν σε αναμμένα κάρβουνα. Κι έτσι βάλαμε πάνω στη φωτιά την τσουκάλα, ανασηκώσαμε τα μανίκια μας, φορέσαμε τις ειδικές στολές μας και πέσαμε με τα μούτρα σε μια δίχως αύριο ενασχόληση με πάσης φύσεως δημιουργία.

Καθώς σκρολάραμε, πλάι στα δικά μας αντίστοιχα ποστ, συναντούσαμε συνταγές, ζωγραφιές, ιστορίες, καλλιτεχνικές φωτογραφήσεις, κατασκευές παιχνιδιών, κατασκευές επίπλων, αναπαραστάσεις θεατρικών μέσω εφαρμογών, κατεβατά με ποιήματα της στιγμής, βίντεο με ανάγνωση βιβλίων και αφηγήσεις παραμυθιών, άρθρα για το πώς θα φτιάξουμε ό,τι μας περνούσε από το μυαλό και πάει λέγοντας. Μέσα στα σκοτάδια της αβεβαιότητας, από τις οθόνες των κινητών, των τάμπλετ και των υπολογιστών μας ξέφευγαν αλλεπάλληλες ακτίνες φωτός που προκαλούσαν κάθε μέρα ολοένα και περισσότερο μια δυσάρεστη αίσθηση στο τέρας της αγωνίας, που παραμόνευε έξω από τα σπίτια μας ή και μέσα σ’ αυτά. Η δημιουργικότητα, μητέρα και τροφός στις ψυχές όσων καταπιάνονται με τις τέχνες, βασανιστική φιγούρα όταν απουσιάζει, έμοιαζε να μας έχει επισκεφτεί για να μας βοηθήσει να επιβιώσουμε, γεμίζοντας τα στομάχια μας, ή μάλλον την ψυχή μας, με τέρψη!

Η καθαρτική δύναμη της τέχνης 

Ψάχνοντας συνειρμικά τον ορισμό της τέχνης, βρήκα πολλές περιγραφές και έφτιαξα ένα ποτ πουρί, δημιουργική ούσα κι εγώ η ίδια. «Ως Τέχνη εννοείται η ψυχική δραστηριότητα ή δημιουργία που είναι σημαντική εξαιτίας της έλξης που προκαλεί στον άνθρωπο, διεγείροντας τον νου ή και το συναίσθημα. Είναι η δημιουργική έκφραση που μέσα στο έργο αποτυπώνει την ψυχική κατάσταση, τα συναισθήματα, τις ιδέες, την αίσθηση ή τον οραματισμό του καλλιτέχνη. Στην ελληνική γλώσσα, η λέξη τέχνη περιλαμβάνει τη διαδικασία παραγωγής οποιουδήποτε προϊόντος. Η λέξη art, που χρησιμοποιείται σε δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, προέρχεται από το Λατινικό ars, που εν μέρει σημαίνει διακανονίζω, διευθετώ».

Εκλαμβάνοντας, λοιπόν, ως έργα τέχνης όλα τα δημιουργήματα που «μαγείρεψαν» οι εικονικοί οικοδεσπότες μας στην τσουκάλα του διαδικτύου και κρατώντας το λατινικό ars, θα τολμήσω να πω ότι όλη αυτή η δημιουργική έκρηξη και η έκθεση της, για να μην πω υπερέκθεσή της, λειτούργησε καθαρτικά, μια και μας βοήθησε να διευθετήσουμε μέσα μας το χάος που παραμόνευε εξαιτίας της προκλητικής παρουσίας ενός ιού, ικανού να ισοπεδώσει τα θεμέλια ολόκληρου του πλανήτη.

Κοινοποιώντας τις δημιουργίες μας

Είτε μας αρέσει είτε όχι, οι άνθρωποι παράγουμε απ’ ό,τι μας δίνεται, ακόμα και όταν απλώς τα βγάζουμε πέρα. Η γιαγιά μου έλεγε συχνά κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω μέχρι που βρέθηκα, κατά κάποιον τρόπο, στην ίδια θέση με εκείνη: «Όταν ήμουν στην Ερυθρά Θάλασσα, στα αντίσκηνα, ήταν ένας παπάς που μαγείρευε, βάλε τώρα με το νου σου, δεν είχαμε φαγιά. Έφτιαχνε και τι δεν έφτιαχνε, σαβούρες έβραζε στην τσουκάλα του. Τα έβαζε όμως έτσι στα βρομόπιατά μας που θαρρούσες ήμασταν βασιλιάδες, χορταίναμε που το βλέπαμε και εκείνος χόρταινε μόνο που απολαμβάναμε όσα μας σέρβιρε».

Κι έφτασε η μέρα που, ακόμα κι αν τα υλικά τα έξω ήταν, αν όχι σαβούρες, τρόμος και πάγωμα, εμείς οι άνθρωποι βγάζαμε ό,τι έβραζε στις τσουκάλες μας και γαρνίραμε τα πιάτα μας με φαντασία και με παιδική χαρά τρέχαμε να μοιραστούμε με τους υπόλοιπους τα καμώματά μας.

Και αφού αναφέρθηκα στην παιδική χαρά, έκανα μια σκέψη καθώς παρατηρούσα από πολύ κοντά αυτό το φαινόμενο δημιουργικού μοιράσματος στο διαδίκτυο, στο οποίο φυσικά πήρα και εγώ μέρος. Η σκέψη αυτή γεννήθηκε από την περιέργειά μου, αφού αναζήτησα το γιατί σπεύδουμε όλοι να γίνουμε δημιουργικοί, καταλήγοντας μέσες άκρες στο ότι η δημιουργικότητα μας σώζει από τον ψυχικό και κατ’ επέκταση από τον σωματικό θάνατο. Κι έπειτα αναρωτήθηκα γιατί άραγε έχουμε ανάγκη να μοιραστούμε τα παράγωγά μας ή έστω το θέαμα αυτών, γιατί, δηλαδή χρειαζόμαστε θεατές να δουν τι φτιάξαμε και γιατί δε μας αρκεί απλά να παράγουμε.

Οι σημαντικοί άλλοι, το κοινό μας

Αυτόματα μου ήρθε στο μυαλό η κόρη μου, προσχολικής ηλικίας. Μια από τις τελευταίες της δημιουργικές ενασχολήσεις είναι να μαγειρεύει πολύχρωμες πλαστελίνες, λουλούδια από τις γλάστρες και τέλος πάντων να φτιάχνει διάφορα σιχαμερά μείγματα, που όμως πολύ την ευχαριστούν. Αλλά ακόμα πιο πολύ απολαμβάνει όταν μας προσκαλεί να τα δούμε και να τα απολαύσουμε (φυσικά υπάρχει ολόκληρη θεωρία πίσω από αυτό αλλά ας μείνουμε, προς το παρόν, στην απλή αναφορά και σε μια επιφανειακή ανάγνωση). «Μαμά, έλα να δεις τι μαγείρεψα», φωνάζει και εγώ μένω στη χαρά της και κάνω πως δοκιμάζω, ρωτώντας με ενδιαφέρον τα μυστικά της συνταγής.

Γνωρίζουμε πως τα παιδιά, κυρίως στην προσχολική ηλικία, είναι στενά δεμένα με τα σημαντικά ενήλικα πρόσωπα στη ζωή τους. Τη μαμά, τον μπαμπά, τον παππού, τη γιαγιά. Θέλουν όχι μόνο την προσοχή αυτών των προσώπων στραμμένη όλη πάνω τους, αλλά επιπλέον θέλουν να κερδίζουν διαρκώς την αποδοχή τους για ό,τι κι αν κάνουν. Το πρόσωπο των σημαντικών άλλων είναι ο καθρέφτης του παιδιού. Ανάλογα με το αν αντανακλά θαυμασμό ή αδιαφορία εδραιώνεται η αυτοπεποίθησή του και είναι σε αυτήν ακριβώς τη φάση η στιγμή που τα παιδιά αρχίζουν ν’ αποκτούν επίγνωση των ικανοτήτων τους, αλλά και να ενθουσιάζονται με αυτές: Μπορώ να πηδήξω, μπορώ να κάνω ποδήλατο, μπορώ να χτίσω έναν πύργο με κύβους, μπορώ να φτιάξω πολύχρωμο ζουμί από διάφορα που βρίσκω γύρω μου!

Το ζωντανό κοινό όχι μόνο τα διαβεβαιώνει για τις ικανότητές τους, αλλά επιβεβαιώνει και την αξία τους, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό για ένα νήπιο. Φαίνεται, όμως, πως η ανάγκη για αναγνώριση/διαβεβαίωση από ένα ζωντανό κοινό βρίσκεται μέσα σε όλους μας, ανεξαρτήτως ηλικίας, κυρίως σε περιόδους κρίσης, απειλής της σταθερότητας, αλλά και της ίδιας της ζωής. Έτσι, στην περίοδο της καραντίνας το διαδίκτυο μεταμορφώθηκε σε μια μεγάλη τσουκάλα με μαγικό πολύχρωμο ζωμό, πάνω στον οποίο καθρεφτίζονταν οι ελπίδες και τα όνειρά μας, ο εαυτός μας αλλά και οι δεξιότητές μας.

Μοιάζει να μας κράτησε ζωντανούς αυτή η τσουκάλα. Η ερώτηση τώρα είναι η εξής: Αν τα παιδιά, μέσα από την κατά κάποιο τρόπο επίδειξη των παραγόντων της δημιουργικής τους ενασχόλησης, έχουν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν τις δεξιότητές τους, πέρα από την απόλαυση που πήραν, εμείς, τα «μεγάλα παιδιά», άραγε ανακαλύψαμε κάτι μέσα από όλο αυτό ή μήπως μείναμε απλά χορτάτοι από την απόλαυση της επίδειξης;  Όπως και να ’χει, ας ευχηθώ, προς το παρόν σε όλους μας καλή χώνεψη!