ΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΚΟΡΕΣ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ: Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΒΑΤΡΑΧΩΝ

γλώσσα των βατράχωνΟι αγαπημένες μας Παραμυθοκόρες επιστρέφουν στο Τaλκ για να μας αφηγηθούν το παραμύθι «Η γλώσσα των βατράχων». 

Πριν από την αφήγηση: Από την ώρα που αρχίζει το σχολείο αρχίζει μαζί και μια ερώτηση για τα παιδιά. «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» Και όλοι εννοούν «Τι δουλειά θα κάνεις;» Γιατί αν ακούγαμε πραγματικά και σκεφτόμασταν τι θα θέλαμε να γίνουμε όταν μεγαλώσουμε, αυτό θα είχε μια εύκολη απάντηση: ευτυχισμένοι. Αυτό είναι το μόνο που αναζητάμε. Και δεν έχει να κάνει με τη δουλειά ή με τις σπουδές μας. Για τα παιδιά μας στην εφηβεία, αυτό το ερώτημα γίνεται βάσανος, κάτεργα, εφιάλτης. Καλούνται να περάσουν την επίπονη διαδικασία που ονομάζεται «πανελλήνιες» και που στο μυαλό τους καθορίζει όλη τους τη ζωή. Κάθε οικογένεια και κάθε παιδί είναι διαφορετικό, αλλά εμείς θα θέλαμε να ζητήσουμε από όλους κάτι απλό. Αναρωτηθείτε και εσείς: «Τι θέλω να γίνει το παιδί μου όταν μεγαλώσει;»

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας. 

Ήταν κάποτε δύο αδέρφια. Ήταν κάποτε δύο αδέρφια και ψάχνανε την τύχη τους. Βγήκαν στον δρόμο να πάνε στη μεγάλη πολιτεία να βρουν τι θα κάνουν για να ζήσουν. Στον δρόμο ο μεγάλος αδερφός το σκέφτηκε από εδώ, το σκέφτηκε από εκεί και αποφάσισε να γίνει ράφτης.

«Ράφτης θα γίνω, αδερφέ μου. Αμ, πώς. Ρούχα πάντα χρειάζονται οι άνθρωποι και αυτά όλο χαλάνε και λιώνουν και θέλουν καινούργια. Άλλα για τον χειμώνα, άλλα για το καλοκαίρι. Αυτή είναι μια δουλειά χρήσιμη και θα έχω μέλλον εξασφαλισμένο».

Ο μικρός αδερφός δεν μίλαγε.

Περπάτησαν, προχώρησαν, μέχρι που έφτασαν δίπλα σε μια λίμνη. Γεμάτη βατράχια ήταν εκείνη που δεν σε άφηναν να ησυχάσεις από τις φωνές τους. Κάτσανε δίπλα στη λίμνη να φάνε, να ξεκουραστούν, για να συνεχίσουν τον δρόμο για τη μεγάλη πολιτεία. Σαν έφαγαν και απόφαγαν, σηκώνεται ο μεγάλος αδερφός να φύγει. Μα ο μικρός ούτε που κουνήθηκε.

«Άντε έλα, έχουμε δρόμο ακόμα για την πολιτεία».

«Εγώ θα κάτσω εδώ», λέει ο μικρός.

«Εδώ; Και τι θα κάνεις εδώ;»

«Λέω να μάθω τη γλώσσα των βατράχων».

«Τη γλώσσα των βατράχων; Και είναι πράγμα αυτό χρήσιμο; Τι θα γίνεις δηλαδή;»

«Εγώ αυτό θέλω να κάνω».

«Βρε θα ψοφήσεις στην πείνα!»

«Εγώ θέλω να μάθω τη γλώσσα των βατράχων».

Είπε, είπε, ξαναείπε ο μεγάλος, αλλά ο μικρός αγύριστο κεφάλι. Συμφώνησαν τότε να χωρίσουν οι δρόμοι τους. Ο μεγάλος θα πήγαινε στην πολιτεία και ο μικρός θα έμενε εκεί. Αλλά έκλεισαν ραντεβού στη λίμνη σε έναν χρόνο.

Πάει ο μεγάλος στην πολιτεία, βρίσκει έναν ράφτη και μπαίνει στη δούλεψή του να μάθει την τέχνη. Ανακατεύεται με τις κλωστές και τα υφάσματα και ανακαλύπτει ότι κείνη η τέχνη του αρέσει. Και έτσι πέρασε ένας χρόνος.

Πάει ο μεγάλος πίσω στη λίμνη να συναντήσει τον αδερφό του. Και τον βρίσκει εκεί, αξύριστο, άπλυτο, ασυγύριστο. Αλλά στο πρόσωπό του είχε ένα τεράστιο χαμόγελο. Είπε ο μεγάλος τα νέα του και ύστερα ρώτησε τον μικρό.

«Εσύ πώς τα πας εδώ με τα βατράχια;»

«Α, μια χαρά. Κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να μου μάθουν τη γλώσσα τους, αλλά είναι δύσκολη. Σίγουρα θα κάτσω έναν χρόνο ακόμα».

«Βρε, δεν τα παρατάς να έρθεις μαζί μου να μάθεις καμιά τέχνη της προκοπής;»

«Εγώ αυτό θέλω να κάνω», είπε ο μικρός.

Κάτσανε, φάγανε, αγκαλιαστήκανε και έδωσαν ραντεβού για την επόμενη χρονιά.

Γύρισε ο μεγάλος στην πολιτεία. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ήταν έτοιμος να ανοίξει το δικό του ραφτάδικο. Και ήταν τόσο καλός στη δουλειά του που όλοι οι άρχοντες και οι αρχόντισσες σε αυτόν έραβαν τα ρούχα τους. Και έτσι πέρασε ένας χρόνος.

Πάει ο μεγάλος πίσω στη λίμνη να συναντήσει τον αδερφό του. Και τον βρίσκει εκεί, αξύριστο, άπλυτο, ασυγύριστο. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει μέχρι τους ώμους και τα ρούχα του ήταν σκισμένα. Αλλά στο πρόσωπό του είχε ένα τεράστιο χαμόγελο. Είπε ο μεγάλος τα νέα του και ύστερα ρώτησε τον μικρό.

«Εσύ πώς τα πας εδώ με τα βατράχια;»

«Αχ, κάτι κάνω, αλλά ακόμα δυσκολεύομαι πολύ. Καταλαβαίνω τις πιο πολλές φορές τι λένε, αλλά να μη μάθω να μιλάω και εγώ;»

«Βρε, άσε τα βατράχια και έλα μαζί μου στην πολιτεία που σου έχω στρωμένη δουλειά», έλεγε ο μεγάλος.

«Εγώ αυτό θέλω να κάνω», είπε ο μικρός.

Κάτσανε, φάγανε, αγκαλιαστήκανε και έδωσαν ραντεβού για την επόμενη χρονιά.

Γύρισε ο μεγάλος στην πολιτεία. Δεν πέρασε πολύς καιρός και γνώρισε μια όμορφη κοπέλα. Την αγάπησε και παντρεύτηκαν. Και ύστερα από λίγο γεννήθηκε το πρώτο τους παιδάκι. Και έτσι πέρασε ένας χρόνος.

Πάει ο μεγάλος πίσω στη λίμνη να συναντήσει τον αδερφό του. Και τον βρίσκει εκεί, αξύριστο, άπλυτο, ασυγύριστο. Τα μαλλιά του και τα γένια του είχαν πια είχαν μακρύνει μέχρι τα πόδια. Και πάλι καλά, δηλαδή, γιατί για ρούχα ούτε λόγος, είχαν σκιστεί τελείως. Τα νύχια του είχαν μεγαλώσει και ήταν πενταβρώμικα. Αλλά στο πρόσωπό του είχε ένα τεράστιο χαμόγελο. Είπε ο μεγάλος τα νέα του και ύστερα ρώτησε τον μικρό.

«Εσύ πώς τα πας εδώ με τα βατράχια;»

«Τέλεια! Πια μιλάω άπταιστα βατραχικά! Τα κατάφερα», είπε όλο καμάρι ο μικρός.

«Ε, αφού πια έγινες προφέσορας», ειρωνεύτηκε ο μεγάλος, «δεν έρχεσαι στην πολιτεία να γίνεις άνθρωπος, να γνωρίσεις και το ανίψι σου;»

«Και δεν έρχομαι;» είπε ο μικρός και ξεκίνησαν για την πολιτεία.

Μόλις εμφανίστηκε ο μικρός στην πολιτεία, τρόμαξε ο κόσμος έτσι που τον είδε. Τον έβλεπαν τα παιδιά και έβαζαν τα κλάματα, τον έβλεπαν οι γυναίκες και κλεινόταν στα σπίτια τους.

«Μάλλον ήρθε η ώρα για ένα μπάνιο».

Έκανε ένα μπάνιο, ξυρίστηκε, του έδωσε και ο αδερφός του ρούχα. Βγήκε τότε σαν άνθρωπος μια βόλτα στην πόλη. Και βλέπει μαύρα πανιά παντού και τους ανθρώπους σκυφτούς και λυπημένους. Όταν γύρισε πίσω στον αδερφό του, τον ρώτησε.

«Τι συμβαίνει και είναι όλοι θλιμμένοι στην πόλη;»

«Η πριγκίπισσά μας, η μοναχοκόρη του βασιλιά, είναι άρρωστη. Είναι άρρωστη βαριά και κανείς δεν ξέρει τι έχει. Ο βασιλιάς έχει φέρει τους καλύτερους γιατρούς από όλον τον κόσμο, αλλά κανείς δεν έχει βρει τη γιατρειά. Και η κοπέλα όσο πάει και λιώνει από την αρρώστια».

Το σκέφτηκε λίγο ο μικρός αδερφός και λέει.

«Θα πάω να δοκιμάσω και εγώ».

«Εσύ; Τι να δοκιμάσεις εσύ δηλαδή; Γιατρός είσαι;»

«Γιατί; Σάμπως οι γιατροί βρήκαν τι έχει; Δεν χάνω τίποτα να δοκιμάσω».

Έτσι είπε και έτσι έκανε. Την άλλη μέρα κιόλας πήγε στο παλάτι και ζήτησε να δει την πριγκίπισσα. Ο βασιλιάς ήταν απελπισμένος και τον άφησε και αυτόν να δοκιμάσει.

Μπαίνει το παλικάρι μέσα και βρίσκει την πριγκίπισσα στο κρεβάτι. Το πρόσωπό της ήταν άσπρο σαν το πανί, τα μάτια της είχαν μαύρους κύκλους και ανάσαινε με δυσκολία. Και κάτω από τα σκεπάσματα είχε μια τεράστια φουσκωμένη κοιλιά.

Πλησιάζει το παλικάρι και βάζει το αυτί του στην κοιλιά της κοπέλας. Και τι λέτε ότι άκουσε;

«Βρεκεκέξ, κουάξ κουάξ!»

Μέσα στην κοιλιά της κοπέλας ήταν μια οικογένεια από βατράχια! Βλέπετε η πριγκίπισσα είχε πιει νερό από ένα πηγάδι και μέσα στο πηγάδι υπήρχαν αυγά από βατράχια.

Το παλικάρι έστησε αυτί και άκουγε τα βατράχια που μιλούσαν μεταξύ τους.

«Αχ, τι ωραία, που περνάμε!» έλεγαν όλα μαζί. «Τα καλύτερα φαγητά φέρνουν στην πριγκίπισσα και είμαστε μια χαρά εδώ μέσα».

«Ναι, ναι», είπε ένα βατράχι, «μονάχα μην της δώσουν να φάει σκόρδο».

«Κουάξ κουάξ! Όχι σκόρδο! Όχι σκόρδο! Θα πρέπει να φύγουμε χοροπηδώντας από εδώ!»

Σαν το άκουσε αυτό το παλικάρι, τρέχει κατευθείαν στον μάγειρα του παλατιού. Και του παραγγέλνει σκορδαλιά και τζατζίκι, σκορδοστούμπι και σκορδόψωμο. Και όταν ήταν έτοιμα, τα πήρε και πήγε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας. Και κουταλιά κουταλιά της τα τάισε όλα. Τα έφαγε εκείνη και μόλις τελείωσε πετάχτηκε πάνω. Η κοιλιά της γουργούριζε και εκείνη έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην τουαλέτα.

Και από μέσα ακούστηκε ένα μακρύ, δυνατό, εκκωφαντικό…

«ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΤΣ!»

Ξαλάφρωσε το κορίτσι και βγήκε από την τουαλέτα. Η κοιλιά της είχε ξεφουσκώσει και το χρώμα είχε έρθει πάλι στα μάγουλά της. Το έμαθε και ο πατέρας της, ο βασιλιάς, και ήρθε στο δωμάτιο. Είδε την κόρη του καλά, υγιή, και η καρδιά του γέμισε με χαρά.

«Έσωσες την κόρη μου!» είπε ο βασιλιάς στον μικρό τον αδερφό. «Δικό σου το μισό μου βασίλειο. Και σου δίνω την κόρη μου για γυναίκα σου».

Το άκουσε αυτό το παλικάρι και σκέφτηκε για λίγο.

«Σε ευχαριστώ, βασιλιά μου. Αλλά, εκεί στη λίμνη που ήμουν, άκουσα κάποια πουλιά να κελαηδούν. Λέω να πάω να μάθω τη γλώσσα των πουλιών».

«Μα… Μα γιατί;»

«Εγώ αυτό θέλω να κάνω».

Αυτά είπε το παλικάρι και έφυγε.

Και στ’ αλήθεια έμαθε τη γλώσσα των πουλιών, αλλά τι έγινε μετά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία για μιαν άλλη φορά. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι έζησε αυτός καλά και εμείς καλύτερα.

Μετά την αφήγηση: Πέρασε πια ο καιρός που καθόσασταν μαζί και ζωγραφίζατε, που διαβάζατε μαζί βιβλία. Δεν μπορείτε να φτιάξετε βατράχια από χαρτί ή να χορέψετε σαν βατράχια. Μπορείτε να κάνετε μαζί κάτι άλλο, πιο απλό και πιο δύσκολο. Να κάτσετε και να μιλήσετε, να ακούσετε τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουν ή ονειρεύονται τα έφηβα παιδιά σας.

Οι Παραμυθοκόρες (Βασιλεία Βαξεβάνη, Αντωνία Βέλλιου, Ιφιγένεια Κακριδώνη) σας καλούν στις «Παραμυθένιες Κυριακές» τους με παραμύθια, βιβλία, μουσική και παιχνίδια στην Athens Comics Library (Καραϊσκάκη 28, Ψυρρή).
Το Κορίτσι σχεδίασε ο εικονογράφος Δημήτρης Κάσδαγλης. Μαζί με τις Παραμυθοκόρες κάνουν παραστάσεις με αφήγηση και comics.

Facebook: Paramythokores
Instagram: Paramythokores
e-mail.[email protected]

Leave a Reply