ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ. ΕΝΑΣ ΑΓΩΝΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ

Εύη ΤσιτιρίδουΛίγες ημέρες πριν από το άνοιγμα των νηπιαγωγείων, συζητήσαμε με τη νηπιαγωγό Εύη Τσιτιρίδου για όλα όσα συνέβησαν τους τελευταίους μήνες και για όλα όσα έρχονται στην προσχολική εκπαίδευση.

Η Εύη, που είναι και συγγραφέας παιδικών βιβλίων, εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημόσια νηπιαγωγεία εδώ και 16 χρόνια. Βρέθηκε φοιτήτρια στο παιδαγωγικό μάλλον τυχαία… Δεν ήταν μέσα στις πρώτες της επιλογές, αλλά το καθόρισαν περισσότερο οι ανάγκες επιβίωσης και οι γνωστές παθογένειες της παιδείας στη χώρα μας. Δεν έγραψε καλά στην έκθεση και αυτό της στέρησε την εισαγωγή στις σχολές που επιθυμούσε. «Ήθελα να σπουδάσω λογοτεχνία και αρχαιολογία. Αλλά δεν μου… συγχωρέθηκε το προσωπικό ύφος γραφής», χαριτολογεί και συμπληρώνει: «Έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι δεν πήγαινα φροντιστήριο, ώστε να ακολουθήσω τον “τυφλοσούρτη”, που διδάσκονταν να ακολουθούν οι συμμαθητές μου στην ανάπτυξη ενός θέματος». Από εκεί και πέρα επειδή ο χαρακτήρας, οι αρχές και η αγωγή της δεν της επιτρέπουν να κάνει μισές δουλειές, προσπάθησε και προσπαθεί να υπηρετεί το λειτούργημά της όσο καλύτερα μπορεί και της επιτρέπουν οι γενικότερες συνθήκες. «Νιώθω πάντως περισσότερο πλήρης και δημιουργική σε πλαίσια μη τυπικής εκπαίδευσης, όπως τα μουσεία και οι χώροι καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας», παραδέχεται.

Αγωγή Υγείας πριν από τον κορονοϊό

Όπως εξηγεί η Εύη Τσιτιρίδου, ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στην Προσχολική Εκπαίδευση είναι η Αγωγή Υγείας. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της σχολικής χρονιάς, οι  νηπιαγωγοί προγραμματίζουν και εκπονούν δράσεις που αφορούν την προσωπική υγιεινή και κατ’ επέκταση και την υγιεινή και τη φροντίδα της ομάδας. «Είναι κομβικής σημασίας αυτές οι δράσεις και οι καλές συνήθειες που αποκτώνται μέσω αυτών, επειδή τα νηπιαγωγεία μας τις περισσότερες φορές δεν διαθέτουν επαρκείς και κατάλληλους χώρους για να υποδεχθούν και να φιλοξενήσουν ‒όπως θα έπρεπε και όπως θα τους άξιζε‒ τα παιδιά των 4 και 5 χρόνων», εξηγεί η Εύη.

Ποια είναι τα προβλήματα; Ακατάλληλες αίθουσες, ανεπαρκή ή ανύπαρκτα ή διαμοιραζόμενα με όμορα δημοτικά σχολεία προαύλια, έλλειψη αποθηκευτικών χώρων και χώρων υποστήριξης της λειτουργίας των ολοήμερων τμημάτων, ακατάλληλες τουαλέτες και ανεπαρκής καθαρισμός τους και πάει λέγοντας. Όλα αυτά, όπως καταλαβαίνετε, ευνοούν και ενισχύουν το φώλιασμα και τη μετάδοση πάσας νόσου. «Θα ήταν και παράξενο να μη συμβαίνει κάτι τέτοιο, έτσι όπως τα ζούμε και έχουμε αποδεχθεί να υφιστάμεθα τα σχολεία μας για δεκαετίες. Αρρωσταίνουμε καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, ενσκήπτουν οι ιοί και τα μικρόβια κατά κύματα, άλλοι ταλαιπωρούνται περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Και δεν εννοώ μόνο τα παιδιά, αλλά και τους γονείς και τους οικείους τους και φυσικά και τους εκπαιδευτικούς και τις οικογένειές τους. Οπότε με την επιμονή μας σε δράσης Αγωγής Υγείας που εστιάζουν κατά κανόνα στην πρόληψη, προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το αναπόφευκτο όσο περισσότερο και όσο καλύτερα μπορούμε», ανακεφαλαιώνει η Εύη Τσιτιρίδου.

Το σχολείο στο οποίο υπηρετεί φέτος είχε κλείσει με απόφαση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στα τέλη Γενάρη, για δύο μέρες, επειδή είχαν αρρωστήσει με γρίπη ‒και όχι μόνο‒ και απουσίαζαν τα 2/3 των μαθητών, καθώς και οι εκπαιδευτικοί. Έγινε μάλιστα και απολύμανση στους χώρους του. «Παρακολουθώντας με πόνο ψυχής αυτό που συνέβαινε στη γειτονική μας Ιταλία και αλλού και βλέποντας τις συνέπειες της έλευσης του κορονοϊού σε παγκόσμια κλίμακα, σκεπτόμουν ότι ήταν θέμα χρόνου να κλείσουν τα σχολεία και στην Ελλάδα. Από ένα σημείο κι έπειτα το επιθυμούσα κιόλας. Στην οικογένειά μου ζω με άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και φυσικά δεν ήθελα με τίποτα να εκτεθούν εξαιτίας μου σε άμεσο κίνδυνο. Το γεγονός ότι ο κορονοϊός ήταν και παραμένει εν πολλοίς ένας άγνωστος και πολύ επικίνδυνος εχθρός, δεν επιτρέπει εφησυχασμό και άλογους πειραματισμούς», εξηγεί.

Η επικοινωνία με τα παιδιά

Η επικοινωνία με τους μαθητές της ασφαλώς δεν χάθηκε όσο διάστημα τα σχολεία ήταν κλειστά. Προσπάθησαν με τις συναδέλφους της να τη διατηρήσουν όσο πιο εποικοδομητικά μπορούσαν, η κάθε μια με τον τρόπο της, επιστρατεύοντας το πιο δυνατό της κομμάτι. «Εγώ έριξα στη μάχη τις ιστορίες και τα ποιήματα, προσπάθησα να τους κινητοποιήσω και να τους εμψυχώσω μέσα από τη φιλαναγνωσία, την αφήγηση, τις εικόνες, κάποιες προτάσεις για δημιουργική έκφραση», επισημαίνει. Βέβαια η επικοινωνία με τους μικρούς μαθητές απαιτεί, ως γνωστόν, την ταυτόχρονη «συστράτευση» και διαθεσιμότητα των γονιών τους, ή κάποιου άλλου ενήλικου του σπιτιού. Οπότε η Εύη Τσιτιρίδου επέλεξε να λειτουργήσει όσο πιο διακριτικά μπορούσε. Όποιος ήθελε, αν ήθελε και όποτε ήθελε και μπορούσε, ανταποκρινόταν. «Σε καταστάσεις πρωτόγνωρες, το πιο σημαντικό είναι να κρατηθούμε όλοι όρθιοι και υγιείς. Οπότε οι προτεραιότητες και οι στόχοι μας οφείλουν να διαφοροποιηθούν. Και είναι καλό να σεβαστούμε τον χρόνο που ο καθένας μας χρειάζεται για να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει και τι πρέπει να κάνει για την προστασία και ενδυνάμωση του εαυτού του και των ανθρώπων του πρωτίστως. Από την πλευρά μου, ως εκπαιδευτικός, δήλωσα και δηλώνω παρούσα για τους μαθητές μου και τις οικογένειές τους, όποτε με χρειαστούν. Κι εκείνοι ανταποκρίνονται όπως κρίνουν και μπορούν», χαμογελά.

Έπρεπε να ανοίξουν τα νηπιαγωγεία;

Η Εύη Τσιτιρίδου πιστεύει ότι τον πρώτο λόγο σε αυτό το θέμα τον έχουν οι ειδικοί. Παρακολουθούσε, όπως όλοι μας, τις εξελίξεις, με κριτικό μάτι και αφτί, αλλά και χωρίς παρωπίδες και εμπάθειες. «Το γεγονός ότι κι εκείνοι λειτουργούσαν και μας συμβούλευαν “βλέποντας και κάνοντας” μου προκαλούσε ανασφάλεια. Αλλά, από την άλλη, το σέβομαι κιόλας. Γιατί κατανοώ τι σημαίνει να υπηρετείς την επιστήμη και το κοινό καλό, προσπαθώντας να πλεύσεις με ασφάλεια σε αχαρτογράφητα νερά. Μου θυμίζει αρκετά και τη δική μου υπηρεσία στην εκπαίδευση. Είναι πολύ δύσκολο, ψυχοφθόρο και ιερό ταυτόχρονα να είσαι καπετάνιος στο καράβι…» αναστενάζει για να συμπληρώσει: «Λυπάμαι που το θέτω έτσι ωμά, αλλά για τις λίγες ημέρες που θα ανοίξουν τα νηπιαγωγεία, δεν νομίζω ότι το κύριο μέλημά μας θα είναι το πώς θα μπούμε στην τάξη και πώς θα προσέξουν στο μάθημα τα παιδιά. Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, γιατί απλά είναι αδύνατο. Θα έχουμε τόσα πολλά και τόσο δύσκολα πράγματα να διαχειριστούμε, που έχω την αίσθηση ότι το μαθησιακό σκέλος της εργασίας μας θα μπει σε δεύτερη μοίρα. Έπειτα από δύο μήνες και κάτι απουσίας από το σχολικό περιβάλλον, το ρολόι έχει ήδη επιστρέψει στην ψυχολογία της αρχής της σχολικής χρονιάς μετά τις διακοπές. Πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να προσαρμοστούμε ξανά σε ρυθμούς, τρόπους και κανόνες συνύπαρξης που όχι μόνο έχουν σχεδόν ξεχαστεί, αλλά θα πρέπει και να διαφοροποιηθούν πάρα πολύ από τους γνώριμούς μας έως τώρα. Με τα απαιτούμενα τρέχοντα μέτρα υγιεινής δεν είμαι βέβαιη ότι στις συνθήκες των σχολείων μας, ή έστω των περισσότερων από τα δημόσια νηπιαγωγεία, τουλάχιστον στην Αττική, κάτι τέτοιο θα είναι ρεαλιστικά εφικτό. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για παιδιά ηλικίας 4 και 5 ετών. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να το αναλύσω περισσότερο. Η επιστροφή μας στο σχολείο είναι κατ’ αρχάς για μας τους εκπαιδευτικούς ένας αγώνας φροντίδας, μια συνεχής άσκηση πρόληψης, που συνοψίζεται στο τρίπτυχο:  “Άγχος, Ευθύνη, Διαρκής Επαγρύπνηση”. Με αυτόν του κοινωνικού λειτουργού, του ψυχολόγου και του ανθρώπου που εργάζεται στον χώρο της υγείας φαντάζομαι ότι θα προσιδιάζει περισσότερο ο ρόλος μου στις Ιουνίου στο σχολείο…» διαπιστώνει η Εύη Τσιτιρίδου.

Τα φετινά νηπιαγωγάκια

Το κάθε παιδί είναι διαφορετικό από το άλλο και όλα μαζί συνιστούν μια μικροκοινωνία με την ιδιαίτερη γοητεία και δυναμική της. Πώς όμως αυτά τα παιδάκια, με λειψή τη φετινή χρονιά, θα πάνε του χρόνου στο δημοτικό; «Πιστεύω ότι αυτό που έχουμε πρωτίστως να κάνουμε ως γονείς και ως εκπαιδευτικοί είναι να τα αγκαλιάσουμε με την αγάπη, την κατανόηση, τη φροντίδα και το κύρος μας, να χαμηλώσουμε στο ύψος τους και να τα ακούσουμε πραγματικά, να τα παρηγορήσουμε και να τα εμψυχώσουμε, να μπούμε στα παπούτσια τους για να νιώσουμε τις αντοχές και τις δυνατότητές τους και να μην απαιτούμε περισσότερα από όσα μπορούν να δώσουν. Ειδικά μέσα σε αυτήν την πρωτόγνωρη συγκυρία που ζούμε, το μεγαλύτερο καλό που μπορούμε να τους προσφέρουμε είναι η βεβαιότητα ότι γίνονται αποδεκτά και αγαπητά, όπως είναι, όπου κι αν βρίσκονται: στο σπίτι, στο σχολείο, στις συναναστροφές, στην κοινωνία. Και στο Δημοτικό θα πάνε και θα προσαρμοστούν και σιγά σιγά θα τα βρούμε όλοι τα πατήματά μας και την ύλη θα αναπληρώσουμε», καθησυχάζει η Εύη. «Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος», είπε ο Πλάτωνας, άποψη που υιοθετεί και η ίδια… «Τις περισσότερες φορές αγχωνόμαστε για το περιτύλιγμα, για το φαίνεσθαι και όχι για την ουσία, για το είναι των πραγμάτων. Ας επιτρέψουμε σε αυτήν την παγκόσμια οδυνηρή περιπέτεια της πανδημίας να μας κάνει και ένα καλό: να μας βοηθήσει να επαναξιολογήσουμε τη ζωή μας και να γίνουμε σοφότεροι και άρα και καλύτεροι άνθρωποι», συμπληρώνει.

Το μέλλον

Η Εύη Τσιτιρίδου είναι βέβαιη ότι και η επόμενη σχολική χρονιά θα είναι δύσκολη και δεν θα προσομοιάζει με καμία άλλη από αυτές που έχει ζήσει ως τώρα. Γι’ αυτό δουλεύει πολύ με τον εαυτό της, ώστε να μπορέσει να είναι «ετοιμοπόλεμη» και ουσιαστικά λειτουργική και βοηθητική, όχι μόνο στην εργασία της, αλλά και σε όλα τα μέτωπα της ζωής της. Ο καθένας μας έχει κάποιες… «υπερτροφές» που, ακόμη κι αν δεν τον κάνουν άτρωτο στην καθημερινότητά του, τον κάνουν τουλάχιστον λιγότερο ευάλωτο στα δύσκολα. Για την Εύη αυτές οι «υπερτροφές» είναι η συγγραφή, η λογοτεχνία, η μουσική, το θέατρο, οι τέχνες και ο πολιτισμός γενικά. Από εκεί θα πιαστεί για να κρατηθεί. Και φυσικά από τους ανθρώπους που αγαπά.

Στο νηπιαγωγείο, για την ανάγκη έκφρασης και επικοινωνίας των μικρών παιδιών στην καθημερινότητά τους είναι σημαντική και απαραίτητη η σωματική επαφή: το άγγιγμα, το αγκάλιασμα, το φιλί, το σπρώξιμο, το πάλεμα, το πείραγμα, το παιχνίδι. Αυτό δεν είναι εύκολο να αλλάξει και το φυσιολογικό είναι να μην αλλάξει. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με ανωτέρα βία, που επιτάσσει να κρατάμε αποστάσεις για να προστατέψουμε την υγεία τη δική μας και των άλλων. «Δεν ξέρω αν και πώς θα καταφέρουμε να αποτρέψουμε ή να μειώσουμε σημαντικά τον αντίκτυπο που θα έχει η προσπάθεια τήρησης αυτού του κανόνα στα παιδιά μας», προβληματίζεται η Εύη Τσιτιρίδου. «Θα επιστρατεύσουμε, εκπαιδευτικοί και γονείς, όλες μας τις δυνάμεις, τη λογική, το συναίσθημα, τη διαίσθηση, τη φαντασία μας, το χιούμορ μας, τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητά μας, για να το πετύχουμε. Ελπίζοντας ταυτόχρονα να βρεθούν το συντομότερο από τους ειδικούς επιστήμονες οι ασφαλέστεροι και αποτελεσματικότεροι τρόποι να κατατροπώσουμε τον κορονοϊό», λέει και κλείνει τη συζήτησή μας με μια ευχή και με μια προτροπή: «Να πολεμήσουμε συνετά και ενωμένοι για την υγεία μας. Και αφού την εξασφαλίσουμε, να πολεμήσουμε και για όλα όσα δίνουν σε μια ζωή με υγεία περιεχόμενο με νόημα και αξία».

Η Εύη Τσιτιρίδου -Χριστοφορίδου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα, με καταγωγή από τον Πόντο και την Κρήτη. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων. Έχει εργαστεί σε διάφορους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, με αντικείμενο την ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση παιδιών και ενηλίκων σε θέματα πολιτισμού και περιβάλλοντος.  Για δεκαέξι χρόνια αρθρογραφούσε στο παιδικό ένθετο «Οι Ερευνητές πάνε παντού» της εφημερίδας Καθημερινή. Από το 2003 εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση. Στο χώρο του παιδικού βιβλίου εμφανίζεται με παραμύθια, ιστορίες βραχείας φόρμας, διασκευές κλασικών έργων, βιβλία γνώσεων δραστηριοτήτων και ποίηση, από το 2005. Έργα της έχουν βραβευτεί από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και την Εστία Νέας Σμύρνης. Διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο, όπου αποτυπώνει αποστάγματα της συγγραφικής και εκπαιδευτικής της δραστηριότητας.

e-mail: [email protected]       

blog: http://www.evitsitiridou.me      

facebook: https://www.facebook.com/evi.tsitiridou  

Leave a Reply