ΠΑΙΔΙΑ ΣΕ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ, 12 ΕΤΩΝ

παιδιά σε καραντίναΠαιδιά σε καραντίνα. Το Τaλκ έδωσε τον λόγο στους μαθητές και τους ζήτησε να μοιραστούν μαζί μας την εμπειρία τους από την περίοδο του εγκλεισμού. Τι τους έλειψε περισσότερο, πώς περνούσαν τη μέρα τους, τι ονειρεύονται, τι φοβούνται. Σήμερα φιλοξενούμε τον Δημήτρη, που επέστρεψε στην… κανονικότητα έπειτα από ένα τρίμηνο που μάλλον θα θυμάται για πάντα.

«Με λένε Δημήτρη, μένω στο κέντρο της Αθήνας και είμαι δώδεκα ετών. Έγινα δώδεκα μέσα στην καραντίνα και το μεγάλο πάρτι στα Ξύλινα που ήθελα να οργανώσω μάλλον πάει για το καλοκαίρι. Πηγαίνω στην ΣΤ’ τάξη. Όπως όλοι μας, βίωσα την καραντίνα με πολλή ένταση. Στην αρχή ήμουν πολύ χαρούμενος, διότι έκλεισαν τα σχολεία σε μια περίοδο πολύ αγχωτική για μένα (πλησίαζαν και οι βαθμοί και η γιορτή της 25ης που είχα μεγάλο ρόλο να μάθω). Έτσι, λοιπόν, αυτές οι αρχικές δύο εβδομάδες μού έδωσαν την ευκαιρία να ηρεμήσω και να ξεκουραστώ! Μου έλειπαν βέβαια οι φίλοι μου, πάρα πολύ! Και μου έλειπε και η μπάλα. Και στην ομάδα, και στο σχολείο και στην πλατεία. Κάποιες στιγμές ήθελα τόσο πολύ να παίξω ένα διπλό με την παρέα μου που κλειδαμπαρωνόμουν στο δωμάτιο μου και έκλαιγα!

Όταν μετά από λίγο καιρό ανακοινώθηκε πως τα σχολεία θα άνοιγαν μετά τις «διακοπές» του Πάσχα η αλήθεια είναι πως  πανηγύρισα! Ήμουν πολύ χαρούμενος που θα ξεκουραζόμουν άλλο τόσο και θα γλίτωνα σχολείο. Έπαιζα μπάλα μέσα στο σπίτι κι ας φώναζε ο μπαμπάς και η μαμά, έπαιζα όταν δεν είχε κρύο και στον μικρό μας κήπο (που έχει, όμως, μια λεμονιά στη μέση και δεν βολεύει), έπαιζα στη βεράντα και έπεσε και 4-5 φορές κάτω η μπάλα και την κυνηγούσε η μαμά στον δρόμο, και ευτυχώς είχα συμπαίχτη τη μικρή μου αδελφή, που είναι εννέα και παίζει ενίοτε κι αυτή ποδόσφαιρο. Απλά ώρες ώρες για να μου τη σπάσει δεν έπαιζε μαζί μου και τσαντιζόμουν και ευχόμουν να παραμείνουν όλα κλειστά, αλλά να ανοίξει μόνο η ομάδα μου. Και το βόλεϊ μου έλειπε, αλλά όχι τόσο όσο το ποδόσφαιρο και μου την έσπαγε που δεν έχει πρωταθλήματα. Έβλεπα, όμως, επαναλήψεις. Εδώ και λίγες μέρες, βλέπω Μπουντεσλίγκα, που ξεκίνησε!

Εντωμεταξύ, άρχισε πρώτα η ασύγχρονη εκπαίδευση, η εκπαιδευτική τηλεόραση και τα ιδιαίτερα των Αγγλικών μου μέσω σκάιπ. Ξενέρα! Μεγάλη ξενέρα. Άρχισα να φορτίζομαι συναισθηματικά και να τσακώνομαι πολύ συχνά με τους γονείς μου, που θέλανε να μπω σε πρόγραμμα και με πρήζανε μερικές φορές. Ήμουν συνεχώς κουρασμένος, γκρίνιαζα και μου έλειπε το ποδόσφαιρο στην αυλή του σχολείου!

Μια μέρα στις αρχές Απριλίου, όταν ετοιμαζόμουν για τα Αγγλικά μου, ήρθε μέιλ από το σχολείο που έλεγε πως ξεκινούσαμε και σύγχρονη με τον δάσκαλό μου, την επόμενη κιόλας μέρα! Εκνευρίστηκα πάρα πολύ, διότι τα τελευταία δύο χρόνια που τον έχω, πέμπτη έκτη, μου έχει δημιουργήσει τρομερό στρες! Έτσι λοιπόν ετοίμασα το λάπτοπ μου, εγκαταστήσαμε το γουέμπεξ δηλαδή, και την επόμενη κάναμε και λάιβ μάθημα. Την ώρα του μαθήματος γενικά κάναμε παράλληλα τσατ στο ίνστα και κράζαμε. Δεν έχω μόνο εγώ θέματα με τον κύριο, όλοι έχουμε. Κάθε μέρα, πριν από τη σύγχρονη, ήμουν πολύ εκνευρισμένος. Και αγχωμένος. Μάλιστα, μας έβαζε στην ασύγχρονη και στη σύγχρονη χίλια κιλά ασκήσεις «γιατί αλλιώς δεν βγαίνει η ύλη». Στα τέτοια μας η ύλη. Ζούμε όλα αυτά, χάσαμε και τις εκδρομές μας, μια μονοήμερη και μια τριήμερη, κι αυτός τον χαβά του με την ύλη. Γι’ αυτόν το λόγο, λοιπόν, είχα να κάνω παρά πολλά μαθήματα και συχνά νόμιζα ότι δεν προλάβαινα. Αλλά προλάβαινα.

Εκτός από το ποδόσφαιρο, μου έλειψαν και τα πιτόγυρα, γιατί δεν παραγγέλναμε απ’ έξω. Αλλά η μαμά είχε αγοράσει και σουβλάκια και γύρο και κεμπάπ και πίτες και μια φορά την εβδομάδα έφτιαχνε μια ωραία σος γιαούρτι και έκοβε και ντομάτα και φτιάχναμε πιτόγυρα, όχι σαν τα έξω, αλλά κάπως έτσι. Επίσης, μάθαμε με την αδελφή μου να ζυμώνουμε, είχε πολλή φάση, και φτιάχναμε ψωμί, πίτσα και τηγανόψωμα. Στη γιορτή της αδερφής μου, στις 21 Μαΐου, επιτέλους παραγγείλαμε σουβλάκια απ’ έξω κι έπειτα αγόρασα και μόνος μου δυο τρεις φορές, όταν είχα βγει βόλτα.

Και η μαμά και ο μπαμπάς δούλευαν στην καραντίνα από το σπίτι, η μαμά πιο πολύ. Ο μπαμπάς έκανε μάθημα ονλάιν, είναι καθηγητής, και το μεσημέρι γενικά τελείωνε με το λάιβ και μετά έφτιαχνε ασκήσεις και διόρθωνε. Η μαμά είναι δημοσιογράφος και όλο έβλεπε Τσιόδρα και Χαρδαλιά και έγραφε, γιατί «συμβαίνουν κοσμοϊστορικά πράγματα», όπως έλεγε. Τους πρήζαμε, όχι πάντα, αλλά μερικές φορές τους πρήζαμε, κυρίως τη μαμά. Μετά όμως συνηθίσαμε και αρχίσαμε να πρήζουμε τη μαμά μόνο το βράδυ, όταν τελείωνε από τον υπολογιστή. Γιατί τώρα πια κοιμόμαστε αργά, μετά τις 12. Εγώ πριν την καραντίνα ήμουν τόσο κομμάτια, από το σχολείο, την μπάλα και το βόλεϊ, που 9μιση-10 είχα κοιμηθεί, αλλά τώρα εκείνη την ώρα μιλάω με τους συμμαθητές μου στο τσατ ή με βιντεοκλήση και περιμένω τη μαμά να έρθει κατά τις 11 να μιλήσουμε για δυο ώρες και να της πω τα νέα μου και κυρίως να της δείξω τις κάρτες που κέρδισα στο Pacybits, ένα παιχνίδι στο κινητό με ποδόσφαιρο, με το οποίο έχω πορωθεί. Τώρα που άρχισε το σχολείο οι γονείς μας θέλουν να επιστρέψουμε στο παλιό ωράριο, αλλά εμείς όχι. Τα βρίσκουμε κάπου στη μέση.

Στην καραντίνα, βόλτες πηγαίναμε περίπου μέρα παρά μέρα, γιατί η μαμά δεν προλάβαινε κάθε μέρα κι ο μπαμπάς δεν είναι πολύ της βόλτας. Για περπάτημα μόνο, εδώ στη γειτονιά. Απλά στα πάρκα, έχουμε τρία εδώ κοντά, γινόταν από την αρχή ο κακός χαμός από κόσμο και φοβόμουν λίγο και επίσης θύμωνα που άφηναν τα σκυλιά τους λυτά οι άνθρωποι, γιατί τα σκυλιά ήταν γενικά σε πολύ έξαλλη κατάσταση και δεν μου άρεσε η πολυκοσμία και η πολυσκυλία. Στην αδελφή μου, που θέλει να γίνει κτηνίατρος και εκπαιδεύτρια σκύλων, άρεσε η πολυσκυλία, αλλά η μαμά δεν την άφηνε μέσα στην πανδημία να χαϊδεύει τα σκυλιά και η μικρή τής θύμωνε. Τώρα, την έχει αφήσει να χαϊδέψει κάποια, κυρίως γνωστών μας που συναντάμε στον δρόμο.

Όταν δεν είχαμε πολύ διάβασμα, εντωμεταξύ πάντα η αδελφή μου είχε λιγότερο και είναι άδικο, βλέπαμε ταινίες και διαβάζαμε βιβλία. Στο τάμπλετ είχαμε περιορισμούς και μπαίναμε ίντερνετ μόνο το βράδυ για κάνα δίωρο. Άδικο κι αυτό. Οι γονείς μου μας έπρηζαν πως δεν ήταν διακοπές και κάτι τέτοια παρόμοια αλλά κι εγώ ήμουν δυόμιση μήνες σχεδόν κλεισμένος μέσα. Μάλιστα, τις τελευταίες μέρες του lockdown κάποιοι φίλοι μου επισκέπτονταν πια ο ένας τον άλλον στα σπίτια τους. Και ζήλευα. Παρά πολύ. Κι ας ήξερα ότι ήταν λάθος. Όταν χαλάρωσαν τα μέτρα, χαλάρωσα κι εγώ. Και άρχισα σιγά σιγά να βγαίνω με την παρέα μου. Μια θάλασσα, που πήγαμε με το που επιτράπηκε το μπάνιο, και μια βόλτα μέχρι την πλατεία ήταν ό, τι πρέπει για να μου φύγει το άγχος. Είδαμε και τον παππού και τη γιαγιά μετά από καιρό! Απλά, τελικά είδαμε και τον δάσκαλο και δεν γουστάρω καθόλου.

Τις προάλλες, πήγαμε στο γήπεδο και πήραμε κάτι χαρτιά να συμπληρώσει η παιδίατρος και οι γονείς μου για να ξεκινήσει ξανά ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ η μπάλα, με ατομικές προπονήσεις έστω. Είπε ο προπονητής ότι πιθανόν θα γίνει και το καλοκαιρινό camp ποδοσφαίρου που τόσο περίμενα. Πιστεύω μέσα στην εβδομάδα θα ξέρω. Και ο κύριος μας έλεγε (και το γρουσούζεψε) ότι πρέπει να ανοίξουμε, ειδικά εμείς η έκτη, για να κλείσει ομαλά η χρονιά μας πριν πάμε στο Γυμνάσιο και να τελειώσει κάπως η ύλη και να κάνουμε και μια μικρή γιορτή με αποστάσεις. Για να είμαι ειλικρινής, έλπιζα να μην ανοίξουν φέτος τα Δημοτικά, αλλά μόνο να ξεκινήσω προπονήσεις και βέβαια να συναντιέμαι κανονικά με τους φίλους μου. Τελικά, πάμε και σχολείο, έστω και για λίγες ημέρες. Καλή μας δύναμη. «