ΔΙΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΑ ΠΑΙΔΙΑ

893256e8b4dd80453887faa959df4962_LΠώς μπορούμε να μεγαλώσουμε δίγλωσσα παιδιά ή και πολύγλωσσα παιδιά; Από ποια ηλικία μπορούμε να αρχίσουμε να τους μιλάμε στην όποια επιπλέον γλώσσα θέλουμε να μάθουν; Τα ταλαιπωρούμε, τα μπερδεύουμε ή τα εφοδιάζουμε με πολύτιμες για το μέλλον τους γνώσεις; Κι αν η ομιλία των παιδιών καθυστερήσει εξαιτίας του βομβαρδισμού ακουσμάτων σε διάφορες γλώσσες; Κι αν δεν καταφέρουν να μάθουν ποτέ και καμία γλώσσα άριστα; Ψυχραιμία! Υπάρχουν απαντήσεις!

Υπάρχει μία θεωρία που υποστηρίζει πως ένας άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να είναι δίγλωσσος – πολύ περισσότερο δεν μπορεί να είναι πολύγλωσσος. Απλούστατα γιατί μία γλώσσα δεν είναι ποτέ μόνο οι λέξεις που την αποτελούν ή οι γραμματικοί κανόνες της. Μία γλώσσα είναι και το πολιτιστικό πλαίσιο που την περιβάλλει, και οι μικρές ανεπαίσθητες αναφορές στην πραγματικότητα της χώρας όπου αυτή η γλώσσα μιλιέται. Έτσι, εφόσον είναι αδύνατον ένας άνθρωπος να υπάρχει ταυτόχρονα σε δύο μέρη, κανείς κατέχει απόλυτα τη γλώσσα της χώρας στην οποία γεννιέται, μεγαλώνει και ζει. Ακόμα κι αν τυχαίνει να γνωρίζει άριστα και άλλες γλώσσες, έστω κι από πολύ μικρή ηλικία. Μια άλλη θεωρία βέβαια λέει ότι κανείς μπορεί να γνωρίζει μητρικά όλες εκείνες τις γλώσσες στις οποίες έχει εκτεθεί πριν από την ηλικία των δώδεκα μηνών. Η λογική πίσω από αυτήν τη θεωρία είναι ότι ο εγκέφαλος του βρέφους καταγράφει φωνήματα κατά τους πρώτους δώδεκα μήνες της ζωής του, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς καμία «ξένη» προφορά όποια γλώσσα καταγράψει. Επιπλέον, ο βρεφικός εγκέφαλος έχει τη διπλάσια δυνατότητα από εκείνη του ενηλίκου να δημιουργεί συσχετισμούς ανάμεσα σε ακούσματα και αντικείμενα. Κι αν η θεωρία σάς φαίνεται πολύπλοκη, αρκεί να αναλογιστείτε τον κόπο που καταβάλλουν οι ενήλικες να μάθουν μία γλώσσα, σε σχέση με τα βρέφη για τα οποία η διαδικασία τού να μιλήσουν είναι κάτι το φυσικό.

Και εφόσον είναι απόλυτα αποδεκτό από επιστημονική άποψη ότι τα βρέφη «μαθαίνουν» ακόμα και κατά την περίοδο της κύησης, μπορείτε να ξεκινήσετε τη δίγλωσση ανατροφή ήδη μέσα από την κοιλιά. Μοναδική προϋπόθεση να συμφωνούν και οι δύο γονείς! Συνήθως η απόφαση αυτή θεωρείται δεδομένη όταν οι γονείς μιλούν διαφορετική γλώσσα. Όμως όσο πιο σαφές γίνεται ότι στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας θα πρέπει κανείς να μπορεί να μιλάει και άλλες γλώσσες εκτός της μητρικής του, τόσο περισσότεροι γονείς έλκονται από την ιδέα να διδάξουν στα παιδιά τους κι άλλες γλώσσες από πάρα πολύ μικρή ηλικία. Πριν όμως εξετάσουμε τους τρόπους που μπορεί κανείς να διδάξει μία ξένη γλώσσα σε ένα μωρό, τι σημαίνει να γνωρίζει κανείς μία γλώσσα «μητρικά»; Με δυο λόγια, «μητρική» είναι η πρώτη μας γλώσσα. Η πρώτη γλώσσα που ακούμε, η πρώτη γλώσσα που μιλάμε. Χωρίς να έχουμε ξενική προφορά, είναι η γλώσσα στην οποία μπορούμε να εκφράσουμε τις πιο πολύπλοκες σκέψεις μας, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε αυτόματα. Μπορεί κανείς να μιλάει τη μητρική του γλώσσα σωστά ή λιγότερο σωστά, να έχει πλούσιο ή λιγότερο πλούσιο λεξιλόγιο, να κάνει πολλά ή λίγα λάθη γραμματικής, αλλά πάντοτε να έχει άμεση πρόσβαση στη γλώσσα αυτήν.

Wordzine-language-learning-multilingual-kids-app-6

Έστω ότι οι γονείς αποφασίζουν να «εγγράψουν» παραπάνω από μία μητρικές γλώσσες στο μωρό τους, πώς το επιτυγχάνουν; Στην περίπτωση που οι δύο γονείς μιλούν διαφορετική γλώσσα τα πράγματα είναι πιο εύκολα: ο καθένας μιλάει στο μωρό τη δική του μητρική γλώσσα. Αυτή είναι και η δημοφιλέστερη μέθοδος άλλωστε, ο κάθε γονιός να μιλάει μία διαφορετική γλώσσα στο μωρό. Αν επιχειρήσετε τη μέθοδο αυτήν χωρίς να μιλάτε στο μωρό σας σε μία δική σας μητρική γλώσσα, συγκρατήστε πως και το μωρό με τη σειρά του θα απορροφήσει ενδεχόμενα λάθη σας στην προφορά ή και γενικότερα. Μία εναλλακτική μέθοδος, για λίγο μεγαλύτερες ηλικίες, είναι να μιλούν και οι δύο γονείς με το παιδί στο σπίτι μία διαφορετική γλώσσα απ’ αυτήν που το παιδί μαθαίνει/μιλάει στο σχολείο, μέθοδος που χρησιμοποιούν συχνά γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους σε διαφορετική χώρα από τη δική τους. Έτερη μέθοδος, που απαιτεί ακόμα μεγαλύτερη πειθαρχία από πλευράς γονιών, είναι η εναλλακτική χρήση γλωσσών, με κανόνες και πρόγραμμα: μία μέρα τη μία γλώσσα, την επομένη την άλλη κ.ο.κ. Αν οι γονείς μιλούν και οι δύο την ίδια γλώσσα και το παιδί μεγαλώνει σε μία χώρα όπου χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα με των γονιών του, γνωστή και δοκιμασμένη τακτική είναι η καθημερινή παρουσία μιας νταντάς, με μία διαφορετική μητρική γλώσσα την οποία και χρησιμοποιεί όταν μιλάει στο μωρό.

Όποια κι αν είναι η τακτική που θα επιλέξετε, θα διαπιστώσετε πολύ γρήγορα τις απεριόριστες γλωσσικές δυνατότητες των μωρών! Στη δική μας οικογένεια, για παράδειγμα, εγώ μιλάω στα ελληνικά με την κόρη μου, ο μπαμπάς της στα ιταλικά, οι γονείς μεταξύ μας στα αγγλικά, ενώ ζούμε στο Παρίσι όπου η κόρη μας πηγαίνει στον παιδικό σταθμό. Και παρά τις αρχικές μας προβλέψεις, ότι το παιδί μας θα ξεκινούσε να μιλάει γύρω στα 15, ηλικία που ούτως ή άλλως οι έφηβες αποφεύγουν να μιλούν στους γονείς τους, η κόρη μας όχι μόνο χρησιμοποιεί λέξεις και από τις τέσσερις γλώσσες από την ηλικία των δύο ετών, αλλά δείχνει και να ξέρει ποια γλώσσα να χρησιμοποιήσει και πού! Πέρα από τον μύθο όμως, που θέλει τα δίγλωσσα παιδιά και τα πολύγλωσσα παιδιά να δυσκολεύονται ιδιαίτερα να μιλήσουν, είναι αρκετά πιθανό να καθυστερήσουν λίγο περισσότερο από συνομήλικά τους παιδιά που μαθαίνουν να εκφράζονται σε μία μόνο γλώσσα.

Ακόμα κι αν δεν εισάγετε την έτερη (δεύτερη, τρίτη…) γλώσσα στα παιδιά σας από τη βρεφική τους ηλικία όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι μάταιο να ξεκινήσετε αργότερα. Αν τα οικονομικά σας το επιτρέπουν, μία άριστη επιλογή είναι η φοίτηση σε ένα ξενόγλωσσο σχολείο. Εξίσου καλά λειτουργούν και τα θερινά προγράμματα σε ξένες χώρες, τα λεγόμενα «full immersion» προγράμματα, όπου το παιδί για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα μιλάει και ακούει μόνο την ξένη γλώσσα του προγράμματος.

Μία τελευταία παρατήρηση: ό,τι κι αν κάνετε, όσες γλώσσες κι αν διδάξετε στο παιδί σας, είναι απολύτως θεμιτό εκείνο να επιλέξει και ν’ αγαπήσει μία περισσότερο από τις άλλες. Είναι καλό αυτήν τη γλώσσα της επιλογής του να τη μάθει όσο πιο καλά, όσο πιο ουσιαστικά μπορεί. Ο συγγραφέας Ρος Μακντόναλντ έγραφε πως «στο τέλος κατέχω τον γενέθλιο τόπο μου και κατέχομαι από τη γλώσσα του» και για τον κόσμο του 20ού αιώνα όπου τα σύνορα, γλωσσικά και μη, ήταν πιο ξεκάθαρα χαραγμένα, η σκέψη των ανθρώπων κατεχόταν από τη γλώσσα του γενέθλιου τόπου τους. Σήμερα, που τα σύνορα δείχνουν να καταργούνται ταχύτατα, η γλώσσα εξακολουθεί να κατέχει τη σκέψη μας. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει ασφαλέστερη επένδυση για τα παιδιά από το να τα βοηθήσουμε να μάθουν να εκφράζουν τη σκέψη τους μέσω της -όποιας- γλώσσας επιλέξουν.

No Responses