ΙΑΤΡΙΚΩΣ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΟΣΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ

Ιατρικώς Υποβοηθούμενη ΑναπαραγωγήΗ εξωσωματική γονιμοποίηση, που ως μέθοδος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1977 και το πρώτο «παιδί του σωλήνα» γεννήθηκε το 1978 στη Μ. Βρετανία, είναι πλέον ιδιαίτερα διαδεδομένη. Η αδυναμία του ζευγαριού να αποκτήσει παιδιά με φυσικό τρόπο αποτελεί ρητή προϋπόθεση για την προσφυγή στις μεθόδους Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (ΙΥΑ). Ως «αδυναμία» νοείται η ιατρική αδυναμία απόκτησης τέκνων, δηλαδή η υπογονιμότητα/στειρότητα. Ως υπογονιμότητα ορίζεται -σύμφωνα με τα σύγχρονα ιατρικά δεδομένα και την ιατρική βιβλιογραφία- η αδυναμία επίτευξης κύησης μετά από ένα διάστημα τουλάχιστον ενός έτους ελεύθερων σεξουαλικών επαφών. Το ποσοστό της υπογονιμότητας σε παγκόσμιο επίπεδο κυμαίνεται, όπως δείχνουν οι μελέτες και με βάση τα δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, στο 15%. Ως Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή ορίζεται κάθε περίπτωση κυοφορίας και τεκνοποίησης που επιτυγχάνεται με μεθόδους άλλες πλην της φυσιολογικής ένωσης άνδρα και γυναίκας και οι οποίες εφαρμόζονται σε ειδικά οργανωμένες μονάδες ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η υποβολή στις συγκεκριμένες μεθόδους πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θεραπευτική πράξη για το ζευγάρι, ανεξάρτητα από το ποιος από τους δύο αντιμετωπίζει το πρόβλημα υπογονιμότητας. Οι μέθοδοι της ΙΥΑ εφαρμόζονται με τρόπο που εξασφαλίζει το σεβασμό της ελευθερίας του ατόμου και του δικαιώματος της προσωπικότητας και την ικανοποίηση της επιθυμίας για απόκτηση απογόνων, με βάση τα δεδομένα της ιατρικής και της βιολογίας, καθώς και τις αρχές της βιοηθικής. Σε κάθε περίπτωση, οι διαδικασίες υποβοήθησης  αναπαραγωγής  διέπονται μετά το 2002 από αυστηρή και σαφή νομοθεσία.  Το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο περιλαμβάνει διατάξεις του Αστικού Κώδικα καθώς και διατάξεις ειδικών Νόμων για την ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή.

Ποιες είναι οι μέθοδοι ΙΥΑ και οι συναφείς τεχνικές; 

α. η ενδομήτρια σπερματέγχυση,

β. η εξωσωματική γονιμοποίηση και μεταφορά γονιμοποιημένων ωαρίων,

Τεχνικές συναφείς προς τις παραπάνω μεθόδους είναι ιδίως:

α. η ενδοωαριακή έγχυση σπερματοζωαρίου,

β. η κρυοσυντήρηση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένου ωαρίου,

γ. η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση.

Μέχρι ποια ηλικία της μητέρας μπορεί να γίνει Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή. Η ηλικία του πατέρα παίζει κάποιον ρόλο;

Οι μέθοδοι Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής  εφαρμόζονται σε ενήλικα πρόσωπα μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής του υποβοηθούμενου προσώπου. Στις γυναίκες, ως ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής νοείται το πεντηκοστό έτος. Η ηλικία του πατέρα δεν αποτελεί εμπόδιο για την υποβολή σε εξωσωματική. Αυτή η διαφοροποίηση οφείλεται στο ότι από τη φύση η αναπαραγωγική ικανότητα του άνδρα δεν έχει συγκεκριμένα χρονικά όρια. Η εφαρμογή των μεθόδων αυτών σε ανήλικα πρόσωπα επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση σε περιπτώσεις σοβαρού νοσήματος που επισύρει κίνδυνο στειρότητας, για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα τεκνοποίησης στο μέλλον.

Στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή υπάρχουν προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σχετικά με την υγεία της μητέρας και του πατέρα;

Πριν από την υποβολή σε Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή διενεργείται υποχρεωτικώς έλεγχος και στην υποψήφια μητέρα και στον σύζυγό της/ σύντροφό της ιδίως για τους ιούς της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV-1, HIV-2, δηλαδή AIDS), ηπατίτιδα Β και C και σύφιλη. Αν τα πρόσωπα που μετέχουν στην εφαρμογή των μεθόδων ΙΥΑ. είναι οροθετικοί για τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (AIDS), απαιτείται, για την υποβολή σε μεθόδους Ι.Υ.Α., ειδική άδεια από την Εθνική Αρχή ΙΥΑ (Αρχή). Επομένως, ο γιατρός που καλείται να εφαρμόσει κάποια μέθοδο ΙΥΑ υποχρεούται βάσει του νόμου να προβεί προηγουμένως στον αναγκαίο ιατρικό έλεγχο, ούτως ώστε να διασφαλίσει ότι οι συμμετέχοντες στην εν λόγω διαδικασία δεν πάσχουν από τις συγκεκριμένες ασθένειες που ο νόμος ορίζει.

Πόσα έμβρυα μπορούν να μεταφερθούν; 

Η ελληνική νομοθεσία περιορίζει τον αριθμό των γονιμοποιημένων ωαρίων που μπορούν να εμφυτευτούν στην εξωσωματική γονιμοποίηση. Ο αριθμός των γονιμοποιημένων ωαρίων που μεταφέρονται στην ενδομήτρια κοιλότητα ορίζεται ως εξής: σε γυναίκες ηλικίας μέχρι και σαράντα ετών έως τρία γονιμοποιημένα ωάρια και σε γυναίκες ηλικίας άνω των σαράντα ετών έως τέσσερα γονιμοποιημένα ωάρια.

Επιλογή φύλου. Σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται;

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, επιτρέπεται μόνο για ιατρικούς λόγους και η μέθοδος που ακολουθείται είναι βιοψία των εμβρύων στο εμβρυολογικό εργαστήριο με την τεχνική της προεμφυτευτικής διάγνωσης (PGD) και τον καθορισμό του φύλου τους. Τέτοια περίπτωση που επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους είναι όταν υπάρχει μια κληρονομούμενη ασθένεια που συνδέεται και μεταφέρεται με το φύλο, όπως για παράδειγμα η αιμορροφιλία κατά την οποία νοσούν μόνο τα αγόρια, ενώ τα κορίτσια απλά μεταφέρουν το κληρονομομούμενο γονίδιο, χωρίς όμως να αρρωσταίνουν. Δηλαδή, σε περίπτωση ιστορικού αιμορροφιλίας, η γυναίκα πρέπει να κυοφορήσει μόνο κορίτσια για να εξασφαλισθεί ότι θα αποκτήσει υγιές παιδί. Η επιλογή φύλου στις περιπτώσεις αυτές αποτελεί μια θεραπευτική πράξη. Η παράβαση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων επισύρει σοβαρές ποινικές κυρώσεις και συγκεκριμένα προβλέπεται ότι οποιος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, σε επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, σε δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δεκαπέντε ετών.

Δότες ωαρίων και σπερματοζωαρίων. Τι ισχύει; 

Ο βασικός κανόνας που ισχύει για τη διάθεση γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων είναι ότι επιτρέπεται χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς τον δότη. Ο σκοπός της δωρεάς είναι η υποβοήθηση στην απόκτηση τέκνου με Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή και διενεργείται με τη συναίνεση των δοτών. Όταν οι δότριες είναι έγγαμες ή συζούν σε ελεύθερη ένωση απαιτείται και η έγγραφη συναίνεση του συζύγου ή συντρόφου. Η διάθεση γονιμοποιημένων ωαρίων πραγματοποιείται μόνο με πλεονάζοντα γονιμοποιημένα ωάρια, τα οποία έχουν δημιουργηθεί στο πλαίσιο θεραπευτικής αγωγής ενός ζεύγους και δεν προορίζονται για μελλοντική χρήση από τους ίδιους.

Οι δότες πρέπει να είναι ενήλικες, και να έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα. Προκειμένου για διάθεση σπέρματος, ο δότης πρέπει να μην έχει συμπληρώσει το  τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του, ενώ προκειμένου για διάθεση ωαρίων η δότρια πρέπει να μην έχει συμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας της. Τα ανωτέρω όρια ηλικίας μπορούν να αυξηθούν μέχρι την ηλικία των πενήντα και σαράντα ετών αντίστοιχα σε περίπτωση διάθεσης γονιμοποιημένων ωαρίων, ή όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ύστερα από απόφαση της Αρχής. Οι δότες υποβάλλονται υποχρεωτικώς σε κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο και δεν γίνονται δεκτοί αν πάσχουν από κληρονομικά, γενετικά ή μεταδοτικά νοσήματα. Η χρήση νωπού σπέρματος, που προέρχεται από τρίτο δότη, δεν επιτρέπεται.

Η Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή έχει ως βασική αρχή την ανωνυμία του δότη. Ειδικότερα, ιατρικές πληροφορίες που αφορούν τον τρίτο δότη φυλάσσονται με απόλυτη μυστικότητα και σε κωδικοποιημένη μορφή στην Τράπεζα Κρυοσυντήρησης και στο εθνικό αρχείο δοτών και ληπτών.

Κρυοσυντήρηση ωαρίων και σπέρματος. Τι ισχύει; 

Η κρυοσυντήρηση γενετικού υλικού, ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων πραγματοποιείται κατόπιν έγγραφης συναίνεσης των προσώπων που τα καταθέτουν. Αν πρόκειται για ζεύγος, απαιτείται η συναίνεση και των δύο συζύγων ή συντρόφων.  Το σπέρμα και ο ορχικός ιστός, αν το σπέρμα έχει κατατεθεί από τρίτο δότη, παραμένουν κρυοσυντηρημένα μέχρι δέκα έτη, ενώ αν το σπέρμα ή ο ορχικός ιστός έχει κατατεθεί μόνο για μελλοντική προσωπική χρήση στο πλαίσιο εφαρμογής μεθόδων ΙΥΑ, μέχρι πέντε έτη. Ωάρια και ωοθηκικός ιστός παραμένουν κρυοσυντηρημένα ως πέντε έτη, ενώ ζυγώτες και γονιμοποιημένα ωάρια παραμένουν κρυοσυντηρημένα για πέντε έτη. Στις παραπάνω περιπτώσεις η διάρκεια της κρυοσυντήρησης μπορεί να παραταθεί με έγγραφη αίτηση των δικαιουμένων προσώπων για άλλα πέντε έτη. Σημειώνουμε ότι είναι πλέον δυνατή, με εφαρμογή νέας τεχνικής, η κρυοσυντήρηση ωαρίων πριν από την γονιμοποίησή τους. Αρχικά γίνεται η συλλογή των ωαρίων μετά από κατάλληλη ορμονική διέγερση των ωοθηκών. Στη συνέχεια τα ωάρια καταψύχονται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία. Όταν είναι επιθυμητή η εγκυμοσύνη, τα ωάρια αποψύχονται και γονιμοποιούνται.  Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται:

  • Πριν από τη θεραπεία για τον καρκίνο. Η χημειοθεραπεία και οι ακτινοβολίες προκαλούν μη αναστρέψιμη βλάβη των ωαρίων. Ο μόνος τρόπος για τη διατήρηση της γονιμότητας είναι η κατάψυξη των ωαρίων πριν από τη θεραπεία.
  • Όταν συντρέχουν άλλοι ιατρικοί λόγοι, όπως για παράδειγμα απαιτείται αφαίρεση των ωοθηκών.
  • Για να αυξηθούν τα ποσοστά επιτυχίας σε γυναίκες με χαμηλό αποθεματικό ωαρίων. Σε τέτοια περίπτωση, γίνεται η γονιμοποίηση όλων των ωαρίων μετά από αρκετούς κύκλους διέγερσης των ωοθηκών.
  • Για τη διατήρηση της γονιμότητας είτε ανύπαντρων γυναικών μέχρι την εύρεση του κατάλληλου για αυτές συντρόφου, είτε ζευγαριών που αναβάλλουν την τεκνοποίηση για επαγγελματικούς ή άλλους προσωπικούς λόγους.

Τι ισχύει για το πλεονάζον γενετικό υλικό;

Στην Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή, το πλεονάζον γενετικό υλικό κρυοσυντηρείται για να αξιοποιηθεί σε επόμενο κύκλο θεραπείας, καθότι η δημιουργία ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων στο πλαίσιο νέου κύκλου θεραπείας δεν επιτρέπεται προ της εξαντλήσεως των υπαρχόντων κρυοσυντηρημένων, εφόσον ο αριθμός τους είναι επαρκής. Για τους όρους και τη διάρκεια της κρυοσυντήρησης ισχύουν όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη υποενότητα. Εάν δεν υπάρχει η παραπάνω κοινή δήλωση, καθώς και σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τη χρησιμοποίησή του κρυοσυντηρημένου υλικού, διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου, διάστασης, λήξης της ελεύθερης ένωσης ή θανάτου, το γεννητικό υλικό, οι ζυγώτες και τα γονιμοποιημένα ωάρια διατηρούνται ή χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς ή καταστρέφονται, σύμφωνα με τους όρους του Νόμου, ύστερα από απόφαση της Αρχής Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, κατόπιν αιτήσεως της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης.

Προεμφυτευτική γενετική διάγνωση

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση (Preimplantation Genetic Diagnosis-PGD) είναι μια μέθοδος που επιτρέπει την ανίχνευση γενετικών ανωμαλιών του εμβρύου, όσο αυτό αναπτύσσεται σε συνθήκες καλλιέργειας στο εμβρυολογικό εργαστήριο. Αναζητούνται συγκεκριμένες γονιδιακές μεταλλάξεις ή χρωμοσωματικές ανωμαλίες που είναι υπεύθυνες για την εμφάνιση στο έμβρυο γνωστών, συγγενών και κληρονομικών νοσημάτων. Τα προσβεβλημένα έμβρυα απομονώνονται και αποκλείονται από την εμβρυομεταφορά. Στη μήτρα μεταφέρονται επιλεκτικά μόνον τα υγιή. Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση πλεονεκτεί σε σχέση με τις συνήθεις μεθόδους προγεννητικού ελέγχου, δηλαδή την αμνιοπαρακέντηση και τη βιοψία τροφοβλάστης, γιατί αποφεύγεται το ενδεχόμενο διακοπής της κυήσεως αν ο έλεγχος δώσει θετικά αποτελέσματα για τη συγκεκριμένη πάθηση του εμβρύου. Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση διενεργείται με τη συναίνεση των ενδιαφερόμενων προσώπων και με άδεια της Αρχής Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, για να διαγνωσθεί αν τα γονιμοποιημένα ωάρια είναι φορείς γενετικών ανωμαλιών, ώστε να αποτραπεί η μεταφορά τους στη μήτρα.

Με τη συνεργασία της Χριστιάνας Πατεραντωνάκη, δικηγόρου, διπλωματούχου μεταπτυχιακού Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση στο Αστικό Δίκαιο- Οικογενειακό Δίκαιο- Δίκαιο Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής.