ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Μάιος, ο μήνας της αναζήτησης και των εγγραφών. Ως δασκάλα, κυρίως σε ιδιωτικά σχολεία, θυμάμαι αυτόν τον μήνα την αγωνία στα πρόσωπα των γονιών που αναζητούσαν ένα σχολείο για το «μικρό» τους. Τα κριτήρια πολλά, τα δίδακτρα ακόμα περισσότερα και η απόφαση συνήθως γεμάτη ενοχές και δεύτερες σκέψεις μιας και κανένας χώρος δεν τα έχει όλα.

Μιας και μιλάμε για πολύ τρυφερές ηλικίες (αρκετά κάτω των 5), που η πλειονότητα των γονιών αναζητεί ένα σχολείο, νιώθω πως προτού το αποφασίσουμε πρέπει να ρίξουμε μια δυο κλεφτές ματιές στην πραγματικότητα.

Όχι σε αυτήν που ζούμε, αλλά σ’ αυτήν που υπάρχει και την αγνοούμε γιατί μας έχει πάρει η κατηφόρα…

Το καλύτερο σχολείο για ένα παιδί μέχρι τα 4 του είναι το σπίτι του, όταν αυτό έχει ευκαιρίες να πειραματιστεί, έναν γονιό που το σέβεται χωρίς να το πνίγει και πολύ χρόνο στη φύση με φίλους που θα βρει μόνο του σταδιακά. Έχουμε παραδώσει τα εξοντωτικά μας ωράρια στην παιδική ηλικία τόσο, που ένα από τα κριτήριά μας για την επιλογή σχολείου είναι να κλείνει όσο το δυνατόν λιγότερες μέρες μέσα στον χρόνο…

Η καλύτερη δουλειά για έναν γονιό είναι να μεγαλώσει ο ίδιος  τα παιδιά του και όχι να πληρώνει υπέρογκα ποσά σε σχολεία, μιας και η -κατά πολλά συμπαθέστατη- χώρα μας τον αναγκάζει να γυρίζει στη δουλειά του στο εξάμηνο, χωρίς παράλληλα να του παρέχει καμιά υποστήριξη για τη φροντίδα του παιδιού.

Το καλύτερο σχολείο είναι αυτό που το παιδί μπορεί να πάει περπατώντας και στον δρόμο να συναντήσει τον φίλο του, στις κουβέντες τους να μιλούν και να γνωρίζουν και οι δυο για το τι μιλάνε. Αν δεν έχουμε ένα τέτοιο σχολείο στη γειτονιά μας, καλό θα είναι να δραστηριοποιηθούμε ώστε να γίνει. Τα σχολεία πρέπει να είναι μέρος της τοπικής κοινωνίας και ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες. Το παιδί κινείται ασφαλέστερα και καλύτερα στη γειτονιά του, όποια κι αν είναι αυτή, αν η οικογένειά του τη γνωρίζει και δραστηριοποιείται σε αυτήν. Οι κλειστές πόρτες και οι λιγοστές καλημέρες ευνοούν τον φόβο και ενθαρρύνουν το κακό.

Ο καλύτερος δάσκαλος είναι αυτός που έχει κοντά του τους γονείς με προτάσεις, βοήθεια και κατανόηση, που τους γνωρίζει και τον γνωρίζουν. Ο καλός γονιός θυμάται πάντα ότι υπάρχει το δικό του και άλλα τόσα παιδιά που τους αξίζει να μεγαλώσουν σε μια τοπική κοινωνία ζωντανή και όχι να περνούν τη μισή μέρα τους μέσα σε ένα αυτοκίνητο να πηγαινοέρχονται…

Είμαι ίσως από τις τελευταίες γενιές που έπαιξαν σε αλάνα μέχρι να σουρουπώσει.

Που πήγαιναν τσούρμο στο σχολείο από τη δευτέρα δημοτικού και που ήξεραν πολύ καλά να φυλάγονται από τους «περίεργους» της γειτονιάς και να αναγνωρίζουν τους αγνώστους, που υπήρχαν αρκετοί και τότε, απλά τους εντοπίζαμε γιατί «ζούσαμε» εκεί.

Ξέρω πολύ καλά πως δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης να ξαναγίνουν οι «γειτονιές», αλλά επιμένω να πιστεύω πως υπάρχει μια πολύ καλύτερη εκδοχή στη συγκατοίκηση από αυτήν που ζούμε σήμερα. Και η ύπαρξη των παιδιών είναι ένα κίνητρο. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να μεγαλώνουμε παιδιά με «προγραμματισμένα» ενδιαφέροντα, χρειάζονται να παίξουν χωρίς κανόνες και όρους και μόνο στη «γειτονιά» τους μπορούν  να το κάνουν αυτό.