ΜΕΡΕΣ ΜΕ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ-11

Η γιαγιά μου είχε έναν σκύλο, τον Ντάνκο. Στον κήπο, δίπλα στην πόρτα του δρόμου, ήταν το μπολ για το νερό και το μπολ για το φαγητό. Τα καλοκαίρια περνούσαμε ολόκληρες μέρες χαζεύοντας τις μέλισσες που πήγαιναν να πιούνε νερό από το μπολ του. Δεν τις χαζεύαμε απλώς. Μια μέρα είδα μια να αγκομαχά να βγει έξω. Πνιγόταν, βούλιαζε, κουνούσε τα φτερά της, σηκωνόταν λίγο, αλλά κουράστηκε. Φοβόμουν να τη βοηθήσω, μη με τσιμπήσει. Όταν τα παράτησε και πνίγηκε, ανέλαβα να τη σώσω. Βρήκα ένα βαθύ καπάκι από βάζο με ελιές και το έκανα νοσοκομείο. Του έβαλα νερό για να έχει δροσιά και έκοψα ένα χνουδωτό φύλλο από γεράνι για κρεβάτι. Τη σήκωσα πνιγμένη με δύο ξυλάκια και την έβαλα πάνω στο φύλλο περιμένοντας να στεγνώσει στον ήλιο. Με το ένα ξυλάκι άρχισα να της κάνω τεχνητή αναπνοή όπως είχα δει στις ταινίες, χωρίς να ζουλάω πολύ για να μην τη διαλύσω. Έκοψα μερικά κόκκινα λουλουδάκια που είχαν πολύ νόστιμο νέκταρ για να της στάξω μήπως αισθανθεί καλύτερα, πάλι όπως κάνουν στις ταινίες με το ποτήρι νερό σε αυτούς που έχουν λιποθυμήσει… Αυτά τα λουλουδάκια τα τρώγαμε με την αδερφή μου λες και ήταν καραμέλες, φυσικά χωρίς να μας βλέπει η γιαγιά. Η μέλισσα δεν έδειχνε σημεία ζωής για αρκετή ώρα παρά τις πρώτες βοήθειες και την περιποίηση. Λίγο πριν αρχίσω να ετοιμάζω την κηδεία της άκουσα το πρώτο ζζζζζζζζ. Και μετά δεύτερο και τρίτο, και άρχισε να ξεκολλάει τα φτερά της που είχαν στεγνώσει και να κάνει σβούρες. Η πνιγμένη μέλισσα αναστήθηκε και σε πολύ λίγο πέταξε μακριά από τον σωτήρα της. Αυτό ήταν η αφορμή για να στήσω κανονικό νοσοκομείο μελισσών στον κήπο της γιαγιάς με πολλά καπάκια από βάζα. Με σατανικό τρόπο προκαλούσα τους πνιγμούς τους μέσα στο νερό του σκύλου και μετά τις φρόντιζα με πολλή αγάπη. Το νοσοκομείο μπορούσε να αντεπεξέλθει πολύ καλά στους αλλεπάλληλους πνιγμούς, μέχρι που μια κακομοίρα δεν άντεξε και πέθανε στ’ αλήθεια. Το παιχνίδι τελείωσε, η γιαγιά με φώναξε για φαγητό και η ζωή στον κήπο συνεχίστηκε κανονικά.