ΜΑΜΑ, ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΜΕΙΝΩ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΑΞΗ;

Ήταν πάλι φθινόπωρο. Σεπτέμβριος του 2014. Στο ένα μου χέρι κρατώ τη λιλιπούτεια παλάμη της, στο άλλο το αγαπημένο της λούτρινο, που δεν θέλει ν’ αποχωρίζεται ποτέ. Στεκόμαστε οι δυο μας μπροστά στο «μικρό» σχολείο με τον μεγάλο κήπο και τις παραμυθένιες γωνιές. Σφίγγεται ο λαιμός μου, λιώνει η καρδιά μου σαν χωνάκι παγωτό κάτω απ’ τον καυτό ακόμη ήλιο. Την κοιτάζω στα μάτια: είναι δακρυσμένα, ξαφνιασμένα, αποπροσανατολισμένα μπροστά στην όψη της δασκάλας που την καλωσορίζει μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο και μια μεγάλη αγκαλιά. «Μην ανησυχείτε, κυρία Ξύδα, θα προσαρμοστεί…» Δεν ανησυχώ. Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Αγκαλιά με το λούτρινο. Ξέχασε να το ζητήσει, «αρνήθηκα» να της το δώσω. Το θέλω δίπλα μου, όλη τη μέρα στη δουλειά, να το βγάζω κρυφά από την τσάντα και να μυρίζω τη δική της μυρωδιά, το δικό της χάδι. Ρίχνω βιαστική ματιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Μάτια δακρυσμένα, ξαφνιασμένα, αποπροσανατολισμένα μπροστά στον πρώτο μας μεγάλο αποχωρισμό…

Επιστρέφει. Θέλει το κουκλάκι της. Και το μπιμπερό. Και την πιπίλα. Και την αγκαλιά μου. Και τα χάδια μου. Ξαναφεύγει, ξαναεπιστρέφει σε μία διαδρομή-ανάσα που με τα χρόνια γίνεται το οξυγόνο της. Κάποτε, ξεχνάει το κουκλάκι της και δεν θέλει πιπίλα και μπιμπερό γιατί «μόνο τα μωρά έχουν τέτοια, μαμά». Με τον καιρό, η αγκαλιά μου δεν της είναι πλέον τόσο απαραίτητη ούτε τα χάδια μου τόσο επιτακτικά. Μπαίνει στο σπίτι τις Παρασκευές και θέλει να κάνει τις ασκήσεις. Ανακαλύπτει ότι είναι διαφορετική από τα υπόλοιπα παιδάκια γιατί γράφει με το αριστερό και κλοτσάει την μπάλα «πιο δυνατά απ’ όλα τα υπόλοιπα κορίτσια». Βγαίνει από το σπίτι τις Δευτέρες και θέλει να πάει σχολείο. Διαπιστώνω ότι δεν είμαι μοναδική στο απέραντο σύμπαν της καρδιάς της, πως εκτός από εμένα υπάρχουν κι άλλες γυναίκες, όπως η Βούλα, η Ήβα, η Καίτη, η Γεωργία και η Μαρία που εμπιστεύεται τυφλά και αγαπάει τρελά.

Μαθαίνει την αλφαβήτα, λατρεύει τους αριθμούς, κάνει φίλες καρδιακές, θέλει να είναι όμορφη, να φοράει εκείνο το ροζ φόρεμα και τις λευκές μπαλαρίνες. Έχει μυστικά, ντροπές, συμπάθειες, κόντρες και ανταγωνισμούς. Ερωτεύεται τον Πάνο. Γιατί «είναι το καλύτερο παιδί, με προσέχει όλη την ώρα και με κάνει και γελάω, μαμά!» Ανακαλύπτω ότι μοιάζουμε πολύ. Κι εγώ τους άντρες που με έκαναν να γελάω πολύ ερωτευόμουν από τα γεννοφάσκια μου. Τα γόνατά της είναι γεμάτα μελανιές και η ψυχή της γεμάτη ελευθερία. Αγαπά να διεκδικεί το δίκιο της, να αγωνίζεται γι’ αυτό ακόμη κι αν ο άτσαλος τρόπος ενός τετράχρονου παιδιού την οδηγεί συχνά-πυκνά στο «καρεκλάκι της σκέψης». Στο «καρεκλάκι της σκέψης» κάθεται συχνά-πυκνά και η μαμά, απογοητευμένη από έναν κόσμο που δεν είναι τόσο δίκαιος και τόσο καλός όσο τον φανταζόταν. Της εξηγώ ότι δεν πειράζει. Ότι έτσι γινόμαστε πιο ώριμες, πιο δυνατές, πιο ικανές για να αντιμετωπίσουμε τα στραβά του.

Χορεύει πάνω σε πίστα το «Ένα μεσημέρι» και το «Θαλασσινό τριφύλλι» και τραγουδάει μέχρι να κλείσει ο λαιμός της «Μια φορά στα χίλια χρόνια γίνεται η αγάπη αιώνια. Να ’χεις τύχη, να ’χεις τύχη κι η χρονιά να σου πετύχει…» Ανεβαίνει σε σκηνή θεάτρου και υποδύεται, σαν έμπειρη ηθοποιός, τον κόντρα ρόλο της αυστηρής Φαρδαμπούρδα. Δεν της αρέσουν οι πριγκίπισσες «γιατί έχουν έναν τεμπέλη μπαμπά κι όλη μέρα κάθονται μέχρι να ’ρθει το βασιλόπουλο». Σηκώνεται όρθια ανάμεσα σε γονείς και παιδιά και σε άπταιστα αγγλικά παρουσιάζει τον εαυτό της πετώντας ψηλά το ‒πιο μεγάλο απ’ το κεφαλάκι της‒ καπέλο της αποφοίτησης. Λέει ότι θα γίνει γιατρός ‒«πλαστικός μάλλον, μαμά, για να κάνω τον κόσμο πιο όμορφο»‒ και μέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό «χάνει» την παιδική της γλώσσα που τόσο λάτρεψα. Δεν λέει πια «δώνω» (δίνω), ούτε «έκανα διάρκεια» (έκανα διάρροια), ούτε «αηδιάζομαι» (αηδιάζω), ούτε «πονάει ο λαιμός μου, μάλλον έχω λαγουδίτιδα» (λαρυγγίτιδα).

Την τελευταία μέρα στο «μικρό σχολείο» μπουγελώνει μικρούς και μεγάλους, φωνάζει, γελάει, τρέχει, πέφτει, ξανασηκώνεται και βαθιά μέσα της ξέρει καλά πως όταν το πάρτι τελειώσει, δεν θα επιστρέψει ποτέ ξανά στον μεγάλο κήπο με τις παραμυθένιες γωνιές. Ότι τον Σεπτέμβριο θα πάει στο «μεγάλο σχολείο» που το λένε δημοτικό, με τα «μεγάλα παιδιά» και τις «καινούργιες δασκάλες». Δακρύζει. Ψελλίζει: «Σε παρακαλώ, μαμά, μπορώ να μείνω στην ίδια τάξη; Μόνο για φέτος». Σφίγγεται ο λαιμός μου, λιώνει η καρδιά μου, σαν χωνάκι παγωτό κάτω απ’ τον καυτό ήλιο. Την κοιτάζω ξανά στα μάτια όπως τότε, τον Σεπτέμβριο του 2014: μάτια δακρυσμένα, ξαφνιασμένα, αποπροσανατολισμένα μπροστά στο νέο άγνωστο κεφάλαιο της ζωής της κι εγώ απέναντί της, ανίσχυρη, αδύναμη, ανίκανη για να την προφυλάξω από τον πόνο της αλλαγής. Η δασκάλα με χτυπάει απαλά στην πλάτη: «Μεγάλωσε το κορίτσι σας, κι έγινε αστέρι. Με την Ήρα δεν έχετε να ανησυχείτε για τίποτα…»   

Επιστρέφουμε σπίτι. Φοράει μαγιό, αρπάζει ένα καραβάκι και τρέχει στην πλαστική πισίνα. Την ακούω από την κουζίνα ν’ αναπολεί το δικό της καλοκαίρι με λέξεις σκόρπιες, «βαρκούλα», «ψαράς», «θάλασσα», με φράσεις ολοκληρωμένες «η Σίφνος είναι το ομορφότερο νησί του κόσμου», «Περάσαμε τέλεια!  Του χρόνου εκεί θα ξαναπάμε!» και να σχεδιάζει το μέλλον της τραγουδώντας δυνατά, μέχρι να κλείσει η φωνή της, το πιο αισιόδοξο τραγούδι που γράφτηκε ποτέ για καλοκαίρια και χειμώνες: «Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε και τους βαρέθηκα, δεν τους μπορώ, να ξενυχτήσουμε και να μεθύσουμε να τους ξεχάσουμε όλους εδώ…» Κι ύστερα, το κουδούνι χτυπάει σημαίνοντας το νέο της ξεκίνημα. Δακρύζω. Εκείνη, πάλι, όχι. Είναι πλέον μεγάλη. Είναι πλέον ώριμη. Είναι πλέον μαθήτρια της πρώτης δημοτικού…