ΟΙ ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ ΜΑΜΑΔΕΣ

μαμάδεςΠριν από μερικές ημέρες ξεκίνησε να μου μιλάει μια φίλη μου στο τσατ κάπως έτσι: «Ρε συ, τι ωραία που τα λες, περιμένω και εγώ μωρό και θέλω κάπως να πω ότι με πιάνει αναγούλα με τις μαμάδες και τα παιδάκια τους και τα σούξου μούξου και κάπου να το φωνάξω. Α, και να μη γίνω έτσι, εννοείται αυτό, ε…»

Μου κάνει εντύπωση πώς όλο και πιο συχνά χρησιμοποιείται αυτό το «να μη γίνω έτσι» ‒ και λέγοντας έτσι, μάλλον υπονοείται να μη γίνω «μανούλα του Facebook» ή έστω μία μαμά μονοδιάστατη που όλη την ώρα απασχολείται μόνο με τα του παιδιού της (δικαίωμά της by the way, ας το πετάξουμε κι αυτό εδώ να υπάρχει) και θεωρεί ότι και όλοι οι υπόλοιποι, που δεν είναι θείοι, νονοί ή παππούδες, θα πρέπει να βγάλουν κραυγές χαράς επειδή το μωρό της έκανε ενάμισι βήμα στον διάδρομο ένα βροχερό πρωινό.

Μέσα σε όλες τις έρχεται-το-πρώτο-μωρό ανασφάλειες, περίεργο που χωράει και μία τέτοια. Μία που αφορά εξ ολοκλήρου τον άνθρωπο σαν χαρακτήρα, σαν προσωπικότητα, σαν υπόσταση. Λες και από εκεί που σε μία γυναίκα άρεσε να πηγαίνει σινεμά, να γράφει σε ημερολόγιο και να κάνει γιόγκα, ξαφνικά θα της αρέσει μόνο να διαβάζει για το co-sleeping, να πλέκει παιδικά καλτσάκια και να πειραματίζεται για να πάρει αστέρι Michelin για την πιο ευφάνταστη φρουτόκρεμα.

O χρόνος συρρικνώνεται. Τα ενδιαφέροντα διευρύνονται. Ο εγκέφαλος δεν λοβοτομείται.

Ισχύει ότι μια περίοδο μετάβασης τη χρειάζονται όλοι οι γονείς. Ότι με το που σκάει το περιστατικό στο σπίτι τα πράγματα γυρίζουν τούμπα και θέλει λίγο χρόνο για να ξαναβρούν τα πατήματά τους. Όπως ισχύει, και αυτό συμβαίνει με την ανάληψη κάθε καινούργιου ρόλου, τα χαρακτηριστικά που αφορούν τον ρόλο αυτόν να υπερτονίζονται. Ναι, θα γίνουν πιο προστατευτικοί, λιγότερο εγωιστές, πιθανόν πιο ευαίσθητοι, ίσως πιο αγχώδεις και ιδανικά πιο υπεύθυνοι, αλλά δεν θα μεταλλαχθούν σε κάτι τεράστιο, πράσινο, με ελαστικές κεραίες που ξερνάει όλη μέρα νανουρίσματα.

Έχει γίνει ένα απερίγραπτο τσουβάλιασμα στις μαμάδες παντός καιρού τελευταία. Σαν να είναι μία ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων ‒φυσικά οοόοχι, οι μπαμπάδες δεν είναι, οι μπαμπάδες είναι πολύ κουλ‒ που «επιτρέπεται» να χλευαστούν, να «στερεοτυπηθούν» και να περιθωριοποιηθούν αντίστοιχα. Με κάτι χαζές αφορμές από κουλαμάρες που τσιμπάνε όλοι από εδώ και από εκεί, κυρίως στα social, όλες οι μαμάδες ξαφνικά είναι γκάου, βαρετές και ανέραστες, γιατί ξεκάθαρα το μόνο που τις απασχολεί είναι ‒υποθέτουν πολλοί ότι είναι‒ πόσες ώρες θα κοιμηθεί το παιδί τους όταν κλείσει τον έναν χρόνο ζωής.

Ωραία. Έχω νέα. Οι κανονικές γυναίκες ή, τέλος πάντων, εκείνες που επιλέξατε πριν από κάποιον καιρό να είναι φίλες σας, γίνονται κανονικές μαμάδες, ή συνεχίζουν να σας κάνουν παρέα. Εκείνες που κράζετε επειδή δημοσιοποίησαν σε κλειστό group ότι το παιδί τους σταμάτησε να έχει πυρετό την πέμπτη μέρα γιατί το έκαναν τάμα στον Άγιο Σπυρίδωνα, είναι εκείνες που φλυαρούσαν προ παιδιού με τις φιλενάδες τους κάτω από τον πλάτανο, για το αν είναι επιτρεπτό την ώρα του sex να έχουν θέα στην εικόνα της Παναγίας. Και εκείνες που σας δείχνουν αδιάκοπα φωτογραφίες των παιδιών τους και μιλάνε μόνο για αυτά και φυσικά τώρα σας τα σπάνε επί χίλια, είναι εκείνες οι αθεράπευτα κουτσομπόλες των ζωών των άλλων που δεν είχαν δική τους και κάποτε βρίσκατε διασκεδαστικές.

Υπάρχουν γυναίκες στις παρέες, στα γραφεία, στα μπαρ, εξωστρεφείς, αντικοινωνικές, αστείες, έξυπνες, βαρετές, ντροπαλές, εμμονικές, ματαιόδοξες, εργασιομανείς, γενναιόδωρες, στρεσαρισμένες ‒ από πότε μέσα σε όλους αυτούς τους προσδιορισμούς έχει εισαχθεί και το «μανούλες» χωρίς να θεωρείται ότι τις μειώνει και τις χαρακτηρίζει ανάλογα και απαξιωτικά;

Η ιδιότητα της μαμάς είναι ένα κομμάτι στο παζλ της κάθε γυναίκας. Κάποιοι προτιμούν εκείνα τα δύσκολα, με τα 10.000 κομμάτια, κάποιοι άλλοι τα ρεαλιστικά και κάποιοι εκείνα που αποτυπώνουν πίνακες ζωγραφικής. Οι γυναίκες που είναι δίπλα μας, λίγο πιο μέσα ή πιο έξω από τη ζωή μας, είναι συνάδελφοι, είναι γκόμενες, είναι κολλητές, δεν είναι… μαμάδες. Και στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε οριοθετημένης σχέσης, όπως από έναν φίλο βιβλιοφάγο θα περιμένουμε να ακούσουμε και κάτι για βιβλία, από έναν ζωόφιλο για το αδέσποτο γατάκι που ψάχνει σπίτι και από έναν ποδοσφαιρόφιλο για την πουτάνα την μπάλα, ε, θα ειπωθεί και κάτι για κανένα παιδί. Στην τελική, στο ίδιο σπίτι μεγαλώνουν και εκείνη και αυτό, ναι, μωρέ, ξέρετε, σε αυτό που μένει και η φίλη σας από το πανεπιστήμιο, εκείνη που μεθούσατε μαζί διακόσιες φορές τον χρόνο και ανέλυε με πάθος όλων των ειδών τα γκομενικά και τις 365 μέρες του και τώρα πασχίζει να προλάβει μόνο τις μισές. Η φίλη σας από το πανεπιστήμιο συνεχίζει να είναι. Δεν είναι η μαμά του Γιαννάκη.

Αντίστοιχα, τη δική μου τη φίλη δεν τη «φοβάμαι»∙ θα ταρακουνηθεί, θα ξεσυνηθίσει, θα χάσει πολλά από όλα αυτά που παρακολουθεί ανελλιπώς, αλλά δεν πιστεύω ότι θα μου στείλει ξεματιάστρα στο γραφείο αν της πω ότι δεν μπορούμε να κατεβάσουμε καμιά ιδέα της προκοπής για τη μεθαυριανή παρουσίαση.

Περίεργο που πίσω από κάθε μαμά που σπρώχνει ένα καρότσι στο πάρκο δεν κρύβεται ένα πατ πατ για μία γυναίκα που προσπαθεί πολύ, ενώ αντίστοιχα πίσω από την παρόμοια εικόνα ενός μπαμπά σκάνε thinking bubbles με μεγάλες δόσεις sexiness, δεν είναι;