13 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΤΙ. Η ΧΑΜΕΝΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

Hot CardsΟ Θεός είχε καθίσει κάτω από ένα αρμυρίκι και έπινε ούζο αραιωμένο με νερό. Ο ήλιος τον είχε χτυπήσει στο πρόσωπο και τα μάγουλά του κοκκίνιζαν αφράτα και γυαλιστερά μέσα στο καταμεσήμερο.

Σκέφτηκε να κάνει μια βουτιά καθώς το λευκό του πουκάμισο είχε κολλήσει επάνω του από την ζέστη, αλλά ο τρελός αέρας είχε φουσκώσει την θάλασσα και δεν του έκανε πια κέφι.

Ο Διάβολος πλησίασε και χτύπησε δυο φορές με τους κόμπους των δαχτύλων του το τραπέζι του Θεού, που ξαφνιάστηκε όταν τον είδε.

«Γιατί έτσι αφηρημένος σήμερα, αφεντικό;» είπε και κάθισε σε μια από τις ψάθινες καρέκλες σαν να την ιππεύει, στηρίζοντας το γυμνό στήθος του στην πλάτη της.

«Φυσάει περίεργα, να πάρει η ευχή», έκανε ο Θεός σκεφτικός και με τα χέρια του έκανε νόημα στον σερβιτόρο να τους φέρει ακόμη ένα καραφάκι ούζο και ένα καθαρό ποτήρι.

«Και τι σε νοιάζει; Πρόκειται να βγεις για ψάρεμα;» κάγχασε ο Διάβολος κι άναψε ένα τσιγάρο.

Ο Θεός γέλασε πνιχτά, έφαγε μιαν ελιά από τον μεζέ και έφτυσε το κουκούτσι στην άμμο.

«Να σε παίξω μια παρτίδα;» έκανε ο Διάβολος και άστραψε το βλέμμα του.

«Με είδες ζαλισμένο και είπες να το εκμεταλλευτείς, ε;» του απάντησε ο Θεός και σέρβιρε δροσερό ούζο με πάγο στα φρέσκα ποτήρια που μόλις είχαν καταφθάσει.

«Λέγε, ρε αφεντικό», του έκανε ο άλλος και χωρίς να περιμένει απάντηση έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του μια τράπουλα.

Την ανακάτεψε με μαεστρία και έπειτα μοίρασε τα φύλλα γελώντας πονηρά κάτω από το τσιγάρο του.

Ο Θεός έπιασε τα φύλλα που του έλαχαν στα χέρια του και τα κοίταξε με προσοχή ένα προς ένα.

Ο Διάβολος αφού τελείωσε με το μοίρασμα, έσβησε το τσιγάρο του στην άμμο, το πάτησε με το γυμνό πέλμα του και σφύριξε μέσα από τα δόντια του πονηρά:

«Πάμε ένα στοίχημα;»

Ο Θεός ήταν πολύ κουρασμένος κι ήθελε να τον ξεφορτωθεί. Κοίταξε πάλι τα φύλλα του. Είδε το καραφάκι με το ούζο να γυαλίζει κάτω από τον καυτό ήλιο. Τον είχε πάρει κι η μυρωδιά από εκείνο το τσιγάρο. Έριξε το κεφάλι του μπροστά γελώντας. Τι στο διάλο θα γινόταν κι αν έχανε μια φορά;

«Πάμε. Αλλά τι να βάλουμε;» ρώτησε

Ο Διάβολος έκανε μια έτσι με το χέρι του και έδειξε τον όμορφο τόπο τριγύρω.

Ο Θεός ακολούθησε το χέρι του Διαβόλου με το βλέμμα του και μες στην ζαλάδα του δεν είδε τίποτε άλλο εκτός από το παραθαλάσσιο ταβερνάκι με τα ξεμαλλιασμένα αρμυρίκια στην ακρογιαλιά.

Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα: «Αν χάσω δικό σου. Αν κερδίσω, θέλω ένα από τα τσιγάρα σου, όμως» και γέλασε βαθιά.

«Σύμφωνοι», έτριψε τα χέρια του ο Διάβολος και ξεκίνησε το παιχνίδι.

Οι συμπαίκτες έδειχναν να απολαμβάνουν την παρτίδα τους. Η μέθη είχε ελαφρύνει το κλίμα και το στοίχημα, κάνα δυο καραφάκια αργότερα, είχε πλέον ξεχαστεί. Τουλάχιστον από τον Θεό ο οποίος μέσα στην βαθιά βεβαιότητα της παντοτινής νίκης του παράβλεψε και κάτι μικρά ατοπήματα του συμπαίκτη του.

«Βγήκα» έκανε σε ανύποπτο χρόνο ο Διάβολος και άπλωσε μπροστά του τα νικητήρια φύλλα του.

Ο Θεός σοβάρεψε απότομα και τα κοίταξε με προσοχή. Πράγματι, είχε βγει. Είχε κερδίσει. Άρα, το στοίχημα ήταν δικό του.

«Ας πάει στο διάλο», ξεφύσηξε περιπαιχτικά ο Θεός και κάλεσε το γκαρσόνι για να το πληρώσει.

Αφού ξεχρέωσε τα ούζα και τους μεζέδες, σηκώθηκε τρεκλίζοντας, στερέωσε καλά το παντελόνι του στη μέση, φόρεσε το ψάθινο καπέλο του και έκανε να φύγει.

«Πού πας, αφεντικό;» τον ρώτησε ο Διάβολος. «Κάτι μου χρωστάς», συνέχισε γελώντας κι άναψε ένα από τα τσιγάρα του.

«Ε, φεύγω. Δικό σου και το ταβερνάκι και το ακρογιάλι, πλήρωσα και τον λογαριασμό και σου αδειάζω την γωνιά. Τι άλλο θες;»

«Όλα», απάντησε στεντόρεια ο Διάβολος και η φωνή του έκανε τον αέρα να φουντώσει και να διώξει τα πουλιά που κελαηδούσαν τόση ώρα στα γύρω δέντρα.

Ο Διάβολος τα ήθελε όλα εκείνο το μεσημέρι. Είχε παίξει και είχε κερδίσει. Και απαιτούσε να εισπράξει τα κέρδη του.

Ο Θεός αυτή τη φορά κοίταξε προσεχτικά γύρω του. Τα ψηλά πυκνά πεύκα, τα δροσερά μονοπάτια, το καταπράσινο βουνό, τα λουλούδια, τα όμορφα σπίτια με τις μικρές αυλές. Τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους! Τους ανθρώπους που κοιμόντουσαν τον μεσημεριανό τους ύπνο, ανίδεοι για την παρτίδα που μόλις είχε χαθεί λίγα μέτρα κάτω από το σπίτι τους, τους ανθρώπους που επέστρεφαν από την δουλειά τους, κουρασμένοι και ιδρωμένοι με μόνη σκέψη να φάνε μια μπουκιά φαγητό και να δροσιστούν από την κάψα της βιοπάλης. Τα μικρά παιδιά τους που έπαιζαν αμέριμνα στου θέρους την ξεγνοιασιά, τα ζώα που φώλιαζαν ελεύθερα στον προικισμένο τόπο. Μια γιαγιά τάιζε το εγγόνι της σε μιαν αυλή. Μια μάνα έπλενε τα μωρά της με το λάστιχο και εκείνα ξεκαρδίζονταν. Ένας ηλικιωμένος διάβαζε εφημερίδα με το φανελάκι στο ρόγχο του ανεμιστήρα. Ένα ζευγάρι έκανε ποδήλατο στον παραλιακό δρόμο. Από το ξενοδοχείο πιο κάτω οι φωνές των τουριστών έφταναν στα αυτιά του χαρούμενες και ανέμελες.

 «Τι λες βρε;», γούρλωσε τα μάτια του θυμωμένα ο Θεός.

«Συ είπας, αφεντικό», γέλασε ειρωνικά ο Διάβολος και σηκώθηκε από την καρέκλα του.

Οι άνθρωποι εν ριπή οφθαλμού συγκεντρώθηκαν μπροστά στους δυο συμπαίκτες. Στον Θεό και στον Διάβολο. Ήταν όλοι ντυμένοι στα λευκά και τους κοίταζαν βουβοί, όπως κοιτά ένα παιδί που το ξυπνάνε βίαια από τον ύπνο του. Ο αέρας μύριζε αγιόκλημα, καπνό και φόβο. Τότε τα δέντρα άνοιξαν διάπλατα τις αγκαλιές τους και δέχθηκαν τους ανθρώπους μέσα τους. Έτσι σφιχτά αγκαλιασμένοι άνθρωποι, κλαδιά και χώμα άρχισαν να φεύγουν μαζί προς το αστείρευτο οξυγόνο, την γαλανή θάλασσα και τον ξάστερο ουρανό. Τα μωρά σπάραζαν στην αγκαλιά των μανάδων τους καθώς χάνονταν στην αιωνιότητα βιαστικά και βίαια, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι.

Ο Θεός κατέβασε το κεφάλι του από ντροπή. Τα μάτια του έτσουξαν από τον καπνό και τα δάκρυα.

«Κέρδισες», είπε και έκανε να φύγει αλλά η καυτή γη του ζεμάτισε τις πατούσες.

Τότε γονάτισε και απελπισμένος έκλαψε για πρώτη φορά στην ζωή του.

«Τώρα κέρδισα», σφύριξε ο Διάβολος ηδονικά, του πέταξε ένα από τα τσιγάρα του κι έφυγε.

Καθώς ξεμάκραινε άκουγε το βουητό που κάνει η καταστροφή σαν μαίνεται και το κλάμα του Θεού.

Του Θεού που δεν ήξερε σε ποιόν να προσευχηθεί εκείνο το μεσημέρι.

maria-papaioannou

Η Μαρία Παπαϊωάννου, πεζογράφος, έζησε μαζί με την οικογένειά της από κοντά την φονική πυρκαγιά στο Μάτι Αττικής. Θέλοντας να κάνει κάτι για να τιμήσει τη μνήμη των θυμάτων που έχασαν τραγικά την ζωή τους, τους πυρόπληκτους και τους εγκαυματίες που παλεύουν ακόμη να σταθούν στα πόδια τους με αξιοπρέπεια και ήθος καθώς και τον τόπο, το ίδιο το Μάτι, στο οποίο έχει ζήσει πανέμορφες στιγμές της ζωής της και το αγαπά, αυτόν το χρόνο που πέρασε έγραψε 13 διηγήματα και ευχαριστεί θερμά το Taλκ που θα δημοσιεύει ένα κάθε ημέρα, μετρώντας αντίστροφα μέχρι την πρώτη μαύρη επέτειο της 23ης Ιουλίου. Για να μην ξεχάσουμε ποτέ. Για να μην ξεχάσει κάνεις. Για το Μάτι.