ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ: THE BIG C ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ -ΜΟΥ- ΣΥΓΧΩΡΗΣΑ

0e9db2bf8965b9b3271c45673b79ba2b022a8f1eΣτη ζωή μου, όντας κιόλας »γνήσιο» τέκνο των Πανελλαδικών, που ως 17χρονο, άμυαλο παιδί θεωρούσα ότι θα μου άνοιγαν όλες τις πόρτες, έχω ακούσει χιλιάδες ιστορίες γι’ αυτές: Διηγήσεις για αμέτρητα ξενύχτια, για καφέδες και νύχτες κλάμπινγκ που χάθηκαν για πάντα εξαιτίας εκατοντάδων σελίδων αποστήθισης Μικρασιατικού, για πενταήμερες που δεν πραγματοποιήθηκαν, για έρωτες που πήραν λίγη… παράταση για να ανθίσουν και πολλά πολλά άλλα.

Τις άκουγα και συνεχίζω να τις ακούω (όταν κάνουμε κανένα… μνημόσυνο για τα μαθητικά και τα φοιτητικά χρόνια με τους φίλους μου) με μεγάλη ικανοποίηση και πολύ το ευχαριστιέμαι για όσους έζησαν μια κανονική, όσο μπορεί να είναι τέλος πάντων, περίοδο προετοιμασίας και εξετάσεων.

Για όλα τα παιδιά που το πιο ανώδυνο που πέρασαν εκείνους τους μήνες ήταν να στερηθούν κάποιες ημέρες ελευθερίας, όπως εκείνα φαντάζονταν την έννοια της ελευθερίας εκείνη τη στιγμή. Πολύ θα ήθελα να είμαι στη θέση τους. Αλλά δεν ήμουν.

Σε εκείνη την δύσκολη περίοδο και προχωρώντας προς τον Ιούνιο που θα έδινα εξετάσεις, τα αποτελέσματα κάποιων άλλων εξετάσεων, ιατρικών αυτή τη φορά, έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία στο σπίτι.

Ο μπαμπάς έχει καρκίνο και χρειάζεται να εγχειριστεί άμεσα.

Εκείνη την στιγμή νόμισα ότι δεν άκουγα καλά, σαν να ήταν χαλασμένο το τηλέφωνο και μπήκε άλλος στη γραμμή. Όμως η τρεμάμενη φωνή της μητέρας μου δεν σήκωνε περιθώρια για αμφισβήτηση. Δεν είχε μπει κανένας στη γραμμή.

Αμέσως μετά, στο 17χρονο θολωμένο από τα SOS, το άγνωστο κείμενο των Αρχαίων και την παπαγαλία της  Ιστορίας, μυαλό μου πέρασαν δύο σκέψεις: ΓΙΑΤΙ στον δικό μου πατέρα; Γιατί; Που είχε να βάλει τσιγάρο στο στόμα του από τα 25, που μας έφτιαχνε την αγαπημένη μας μακαρονάδα καρμπονάρα με γαλοπούλα γιατί το »μπέικον είναι χοιρινό και κάνει κακό», που γύριζε από τη δουλειά του στο σπίτι με τα πόδια για να διατηρείται σε καλή φυσική κατάσταση. ΓΙΑΤΙ;

Και η δεύτερη: Σε τρεις μήνες δίνω εξετάσεις. Πώς θα το διαχειριστώ και TI θα γίνει αν δεν περάσω, έχοντας μια αδελφή να έρχεται πίσω μου και τα έξοδα να τρέχουν;

Τα γεγονότα που ακολούθησαν στην συνέχεια ήταν αστραπιαία. Δεν προλάβαινα καν να τα διαχειριστώ. Τα έβλεπα να συμβαίνουν και φόρτωνα… φόρτωνα μέσα μου. Ακολούθησε έλεγχος, κάθε μέρα τηλέφωνα, επισκέψεις σε γιατρούς, βρέθηκε ο καλός, έγινε η εγχείρηση, »το ξεριζώσαμε το μεγαλύτερο μέρος του κακού» είπε ο χειρούργος, αλλά θα χρειαστούμε και χημειοθεραπείες. Έρχεται ο μπαμπάς στο σπίτι μετά την εγχείριση με εμένα σαν την τρελή να προσπαθώ να ισορροπήσω στους ρόλους της κόρης και της υποψήφιας.

Με εκείνον να πονάει, να προσπαθεί να συνηθίσει την καινούρια του ζωή -γιατί δυστυχώς ο τύπος καρκίνου που έπασχε δεν… ξεριζώθηκε ακριβώς, αλλά είχε μεγάλες συνέπειες πλέον στην καθημερινότητά του και στη δική μας – και έπρεπε να αρχίσει αμέσως μετά και τις χημειοθεραπείες.

Με εμένα να προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα μαθήματα, να βλέπω τις αγωνίες του, να βάζω τα δυνατά μου για να τελειώνω γρήγορα το διάβασμα για να τον βοηθήσω σε ό,τι ήθελε.

Θυμάμαι που τον συνόδευα στο νοσοκομείο και έπαιρνα μαζί και το βιβλίο της Ιστορίας για να… ξεκλέψω λίγη αποστήθιση Μικρασιατικό ακόμα και εκείνες τις ώρες που ήμουν μαζί του, η ηλίθια. Θυμάμαι, επίσης, με πόσο οίκτο με κοιτούσαν οι νοσηλεύτριες και μου έφερναν κρέμες και πορτοκαλάδες στη ζούλα για να πάρω δυνάμεις.

Και ο καιρός περνούσε. Και εγώ συνεχώς προσπαθούσα και έξω μου αλλά και μέσα μου. Να μην εκραγώ.  Να μην κάνω τη λάθος έκρηξη. Αλλά την έκανα. Και δεν το συγχώρησα ποτέ στον εαυτό μου. Ούτε νομίζω θα το συγχωρέσω ποτέ, εδώ που τα λέμε.

Έδινα θυμάμαι το δεύτερο μάθημα, δεν μπορώ να ανακαλέσω ποιο. Το προηγούμενο βράδυ και μετά από πολλές ημέρες εσώκλειστος μετά την δεύτερη χημειοθεραπεία, μου είπε ότι ήθελε να κάνει μια βόλτα. Ήθελε να έρθει στο σχολείο για να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι όταν τελειώσω.

Του το απαγόρευσα ρητά. »Δεν θα το κάνεις σε παρακαλώ… ντρέπομαι, δεν θέλω να σε δουν οι φίλοι μου». Εκείνος επέμενε, επέμενα και εγώ. Κατάφερα, νόμιζα να τον πείσω. Όχι.

Την επόμενη ημέρα ήταν εκεί όταν τελείωνα. Και εγώ εκείνη την στιγμή βρήκα να κάνω την λάθος έκρηξη: »Φύγεεεεεεεεεεεεεε, δεν σου είπα να μην έρθεις; Φύγεεεεεεεεεεε». Την ίδια στιγμή που το είπα, το είχα ήδη μετανιώσει. Αλλά ήταν αργά, για μένα. Εκστόμισα τις πιο ακατάλληλες λέξεις στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Όση κούραση και πίεση ψυχολογική και σωματική είχα συσσωρεύσει, τόσο από τις Πανελλήνιες, όσο και απ΄όσα μου συνέβαιναν στο σπίτι τους τελευταίους μήνες βγήκαν με ταχύτητα πολυβόλου μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα για να κάνουν  ανεπανόρθωτη ζημιά χρόνων.

»Συγγνώμη παιδί μου, δεν το κατάλαβα», τον άκουσα νομίζω να λέει μέσα στο μικρό μου παραλήρημα και τον είδα να φεύγει σκυφτός με το κασκέτο του, χημειοθεραπείες τα είπαμε.

Δεν έτρεξα πίσω του. Άλλο μεγάλο λάθος. Γύρισα μετά από λίγο στο σπίτι, με τα μούτρα και τα μάτια μέχρι το πάτωμα. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα και του ζήτησα χίλιες φορές συγγνώμη. Πήγα στο σουπερ μάρκετ και αγόρασα λουκάνικα γαλοπούλας που του άρεσαν για να του φτιάξω σπιτικό hot dog, σε μια προσπάθεια να φάει κάτι πιο πικάντικο, αλλά και λίγο υγιεινό στην κατάσταση που ήταν. Τα έκανε εμετό. Σαν να ήταν ολόκληρο το σώμα του εναντίον μου εκείνη τη στιγμή. Αυτό ένιωσα.  Νομίζω ότι αν ποτέ κάνω ψυχοθεραπεία, αυτό το περιστατικό θα μοιραστώ πρώτο με τον ειδικό που θα με έχει απέναντί του. Τόσο βάρος νιώθω, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια και ειδικά κάτι τέτοιες μέρες.

Του ζητούσα συγγνώμη για πολλές μέρες νομίζω, τελικά, μάλλον με συγχώρεσε ή έτσι έδειχνε. Τον συνόδευσα πάλι στις χημειοθεραπείες, με λογοτεχνικό βιβλίο στο χέρι αυτή τη φορά. Μέσα στο άγχος εκείνος, όχι για τη δική του υγεία, αλλά για τις δικές μου εξετάσεις, για το δικό μου μέλλον.

»Θα την φάμε την παλιαρρώστια μπαμπά» του έλεγα εγώ, προσπαθώντας να του δώσω κουράγιο. »Θα φάμε και τις Πανελλήνιες» συνέχιζα.

Και τις φάγαμε τις Πανελλήνιες. Δύο μήνες μετά, τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Και μαντέψτε ποιος πήγε στο σχολείο για να τα δει. Ο μπαμπάς μου. Αυτόν που πριν από λίγους μήνες είχα διώξει από το ίδιο σημείο. Εγώ δεν είχα το κουράγιο.

Τον θυμάμαι να κλαίει από χαρά και να οργανώνει, παρά τους έντονους σωματικούς του πόνους, μια μικρή γιορτούλα με λίγους φίλους και συγγενείς στη βεράντα. Γιατί πίστευε και εκείνος όπως και εγώ τότε ότι η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο ήταν το κλειδί για όλα. Η κόρη του πέρασε με την πρώτη στην Αθήνα, με καλή σειρά και παρά τα όσα δύσκολα είχε βιώσει τους τελευταίους μήνες. Είχε κάνει ένα πρώτο, μεγάλο βήμα. Είχε φέρει την πρώτη ευχάριστη είδηση στο σπίτι μετά από καιρό απόλυτης μαυρίλας και απογοήτευσης.

Το δίδαγμα; Έχε το νου εκτός στο παιδί και στους γονείς. Γιατί σιγά σιγά αυτοί μικραίνουν και εμείς μεγαλώνουμε. Εκείνοι είναι αυτοί που βρίσκονται δίπλα μας στα εύκολα και στα δύσκολα, εκείνοι είναι αυτοί που ζουν και βιώνουν μαζί μας όποιες εξετάσεις δίνουμε, σαν να τις δίνουν και οι ίδιοι, εκείνοι είναι αυτοί που θα μας αγαπάνε, ακόμα και αν δεν περάσουμε στο Πανεπιστήμιο.

Εκείνοι θα χαρούν με τις επιτυχίες μας και θα χαμογελάσουν πικρά με τις αποτυχίες μας. ‘’Θα ξαναπροσπαθήσεις παιδί μου’’.

Γιατί ακόμα και αν δεν το δείχνουν, είναι πιο ευαίσθητοι από τα παιδιά τους.

Γιατί εκείνοι συνέβαλαν να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα, ακόμα και αν τελικά δεν αποτελούμε παρά έναν κόκκο άμμου στο απέραντο σύμπαν…

Όμως ακόμα και γιαυτόν τον κόκκο θα πρέπει να τους ευγνωμονούμε αιώνια…

ΥΓ1 Τελικά δεν το φάγαμε το Big C. Μας έφαγε. Μας καταβρόχθισε μέχρι τελευταίου κυττάρου για την ακρίβεια. Ένα χρόνο μετά το τέλος της σχολής και λίγους μήνες αφότου έπιασα την πρώτη μου »κανονική» δουλειά σε μεγάλο εκδοτικό οργανισμό, ο μπαμπάς μας άφησε, αφού είχε ταλαιπωρηθεί αφάνταστα.

ΥΓ2. »Και μια λύπη, αχ μια λύπη… που δεν έχεις φανταστεί’