24 ΩΡΕΣ ΜΑΜΑ- ΠΕΛΑ ΣΟΥΛΤΑΤΟΥ

Πέλα ΣουλτάτουΗ -μεταξύ άλλων- συγγραφέας Πέλα Σουλτάτου γράφει το εικοσιτετράωρο της δεύτερης ζωής, αυτής που ζει πλέον ως μητέρα.

Πάντα κάποιο όνειρο γίνεται θραύσματα από το ξυπνητήρι. Έπειτα θα λες, δε θυμάμαι τι είδα στον ύπνο μου, αλλά η αλήθεια είναι πως εκείνος σε ξέχασε. Σε έχει ξεγραμμένη από όταν οι κόκκινες γραμμές στο τεστ εγκυμοσύνης υπήρξαν φωτεινός σηματοδότης της δεύτερης ζωής σου. Ο Σταμάτης κι ο Γρηγόρης- το φανάρι, μικρή μου, κόκκινο, εδώ σταματάς, εδώ τελειώνει ο κόσμος όπως τον ήξερες.  It’s the end of the world as we know it, να παίξει τόσο δυνατά όσο να τρίξουν τα τζάμια από τα ντεσιμπέλ, αλλά πια το μωρό σου κοιμάται, σσσσς, μη το ξυπνήσεις, στέκεσαι πάνω από τη κούνια του με κομμένη την ανάσα, αυτό το πλάσμα αναρωτιέσαι ήταν εκείνες οι σκιές που πιπίλιζαν το δάχτυλο, που κουνούσαν το χέρι σαν χαιρετισμό, ενώ εσύ άκουγες μόνο τον βόμβο του υπερήχου, τι μελωδία κι αυτή αλλά και τι δέος, όπως να σείονται τεκτονικές πλάκες στα έγκατα της μάνας Γης.

Κι ύστερα ο φόβος, η αγωνία, σε τι κόσμο το έφερες, σε τι κόσμο θα μεγαλώσει, η καθημερινότητα, η επικαιρότητα, η πραγματικότητα, οι δικοί του Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες στο δρόμο για την Ιθάκη, αλλά ποια θα ’ναι η Ιθάκη, τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, θα ’ναι γερό και δυνατό, θα γίνει σπουδαίο και τρανό, θα γίνει χαρούμενο κι ευτυχισμένο, προς το παρόν χαρίζει απλόχερα χαρά κι ευτυχία σε σένα, με τα σκέρτσα και τα νάζια και τα αστεία του, με τα κουκου-τσα, τα χαχανητά, με τα σαγαπωμαμά και τα φιλιά και τα χάδια, δε χορταίνεις να το φιλάς και να το ζουπάς και σου ’ρχεται να το φας και χώνεις όπως θηλαστικό τη μουσούδα σου στη γούβα που κάνει το λαιμουδάκι με το στέρνο του και η μυρωδιά του σε γονατίζει, σε κρατάει δέσμια.

Αλλά πόσα άγρυπνα βράδια στο προσκέφαλό του όταν ζεματούσε από πυρετό, πόσος πανικός σε εκείνα τα τηλεφωνήματα από το σχολείο, πόση θλίψη σε κάθε άσχημη είδηση που αφορά παιδιά, η αρρώστια, η αναπηρία, το μπούλινγκ, η ασέλγεια, η κακοποίηση, οι εξαρτήσεις, η αυτοχειρία. Θέλεις στο άκουσμά τους να ανοίξεις βαθιά στη μάνα Γη ένα κρησφύγετο να βρεις προστασία γιατί κρατάς στα χέρια ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει, την ίδια την ύπαρξη, το ενσαρκωμένο νόημα, τη διαδοχή των γενεών, δεν είναι μοναχά η απόγονός σου αυτό εδώ το κοριτσάκι, είναι η αυριανή μήτρα που γεννήσει τον άνθρωπο του μέλλοντος. Και πού θα είσαι εσύ τότε; Η κορυφαία φαντασίωση είναι να έχεις την υγειά σου και να  ’σαι περιστοιχισμένη εγγόνια· άραγε είχαν συνειδητοποιήσει οι παππουδογιαγιάδες μας, που μακροημέρευσαν, πόσο ευλογημένοι υπήρξαν που μας είδαν να μεγαλώνουμε, να σκαρφαλώνουμε στα κατσάβραχα της εφηβείας, να ανοίγουμε φτερά για σπουδές, να βρίσκουμε κάποτε τον άνθρωπό μας και να χαρίζουμε δισέγγονα. Άραγε υπάρχει πιο ευτυχής άνθρωπος στη Γη από τη γιαγιά μου την Πελαγία που είδε έξι εγγόνια και έντεκα δισέγγονα, καθώς πια έχει φτάσει στα εκατό της χρόνια;

Γι’ αυτό σου λέω, μικρή μου, άδραξε τη μέρα, όπως μαθαίναμε τότε στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών, “seize the day”, όταν ακόμη ζούσαμε στην επικράτεια της Βασίλισσας Ανεμελιάς· η Ανεμελιά, όμως, σκοτώθηκε από μπρούτζινα δόρατα, εκείνες οι κόκκινες γραμμές που λέγαμε.

Οπότε τώρα πρωινό ξύπνημα και πρωινό με δημητριακά και γάλα, τα δικά σου το τρώνε το ταχίνι, είναι καλό να το συνοδεύεις με χυμό πορτοκάλι, απορροφά τον σίδηρο, μα έχει σίδηρο το ταχίνι; Δεν ξέρω, κάπου άκουσα πως έχει, εδώ δεν ήξερα τι είναι το μπεν μαρί, μαρή, αγγλικά μάθαμε, οικοκυρικά δε μάθαμε, τι θα γίνει ρε παιδιά μ’ αυτό τον κορσέ του κομιλφό της μητρότητας; Λες και δεν έχουμε εμείς ανάγκες, επιθυμίες, πόθους, μυστικά, παρορμήσεις… Μ’ άρεσαν οι γυναίκες στο Λονδίνο, όπου έζησα κάμποσα χρονάκια, διατηρούσαν μια παιδικότητα μέχρι τα γεράματα, μια αυτονομία, η ζωή και η ζωή μου, τα καλοκαίρια σουλάτσαραν στην Ευρώπη – είχε κάτι φθηνές πτήσεις και για το εξωτικό Μαρόκο- ακόμη κι αν δεν ήταν ελίτ, με πέδιλο και κάλτσα, με βερμούδα, οι δικές μας οι γιαγιάδες πολλή κλεισούρα, ναφθαλίνη, ούτε μέχρι το καφενείο των ανδρών, οι άλλες πίνανε πάιντς με μπύρα βαρελίσια στις παμπ και κοκκίνιζαν τα μαγουλάκια τους κι ήταν πια γιαγιάδες όταν τις έβλεπα στο Ρίτσμοντ, εκεί όπου έζησε η Βιρτζίνια Γουλφ, εκεί όπου αποτρελάθηκε για «Ένα δικό σου δωμάτιο», αυτό κι αν καταγράφεται ως απώλεια, ακόμη πενθώ για την μεγαλοπρεπή μου ιδιωτικότητα, κι η κρεβατοκάμαρα σπανίως κλειδώνει, έχουν εφιάλτες, τρυπώνουν σαν φαντασματάκια τις νύχτες, κι ανοίγεις την αγκαλιά να τα χωρέσει, και τα χαϊδεύεις να γαληνέψουν, πάει ο ύπνος, μικρή μου, θυσία κι αυτός στη διαιώνιση του είδους, του είδους που υμνεί τη ζωή, αλλά πόσα δενπρολαβαίνω, πόσα γρήγορα-γρήγορα, πόσα βιάζομαι, πόσα ουφ, πόσα αχ, πόση εξάντληση αυτό που λένε ανατροφή, τι εικοσιτετράωρο κι αυτό, τι εικοσιτετράωρο ατέλειωτο, τι δώρο όμως αυτό, αυτό, να μην έχει τέλος η αγάπη.

Η Πέλα Σουλτάτου είναι συγγραφέας των βιβλίων “Τα φώτα στο βάθος” (Απόπειρα), “Ανκόρ” και “Ανάποδες στροφές” (Εκδόσεις Καστανιώτη).