24 ΩΡΕΣ ΜΑΜΑ: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΗΜΑΚΗ

Αγγελική ΑσημάκηΗ Αγγελική Ασημάκη, καθηγήτρια καρδιακής μορφολογίας και αιφνίδιου θανάτου στο νοσοκομείο St. George’s του Λονδίνου, μιλάει στο Τaλκ για το εικοσιτετράωρό της ως εργαζόμενης μαμάς τού ενός έτους Μιχαλάκη.

Εάν ο Μιχαλάκης «παρακοιμηθεί» και η μέρα μου ξεκινήσει στις 5.30, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό. Το 5.10 είναι βαρύ. Το δε 4.48 δεν περιγράφεται. Εφόσον το έχει το γονίδιο του φούρναρη, δεν έβαζε και κανένα καρβελάκι να ψήνεται; Μαζεύω τα «κομμάτια μου» και σηκώνομαι. Ο Μιχαλάκης, τσιρίζοντας από χαρά, τοποθετείται στο καρότσι και με ακολουθεί. Στην αρχή με κοιτάζει ενθουσιασμένος. Εάν καθυστερήσω πάνω από μισό λεπτό να ολοκληρώσω την ψυχρολουσία του προσώπου μου, αρχίζει μία ελαφριά γκρίνια. Του δίνω ό,τι βρω μπροστά μου, να απασχοληθεί, να προλάβω να βάλω τους φακούς μου, πριν η γκρίνια εξελιχθεί και ξυπνήσει τον Γιώργο. Ανάβουμε όλα τα φώτα. Ο Μιχαλάκης ελευθερώνεται από το καρότσι και ξαμολιέται μπουσουλώντας χαρούμενος στο σαλόνι. Πιάνει ένα παιχνίδι. Δείχνει να αφοσιώνεται. Ωραία! Ευκαιρία να φτιαξω καφέ! Γυρίζει. Με κοιτάζει. Αλλάζει γνώμη. Τελικά δε θέλει να παίξει μόνος του. Μπουσουλάει σφαίρα προς το μέρος μου. Κρατιέται από τα πόδια μου και σηκώνεται όρθιος. Με κοιτάζει χαμογελαστός με τα χεράκια σηκωμένα περιμένοντας να τον πάρω αγκαλίτσα. Μπορείς να πεις όχι; Φτιάχνω καφέ με το ένα χέρι. Ζεσταίνω το γάλα του (με το ένα χέρι). Δοκιμάζω να τον ακουμπήσω κάτω, μήπως απασχοληθεί με κάτι και μπορέσω να πλύνω κανένα πιάτο. Συνήθως προλαβαίνω να πλύνω ένα πιρούνι. Μετά θέλει αγκαλίτσα.

9.00. Αναμαλλιασμένη, καταϊδρωμένη και ενίοτε λούτσα από τη βροχή (Λονδίνο γαρ) μπαίνω στο νοσοκομείο. Αλλαγή ταχύτητας. «Αφεντικό, μετά από τη χτεσινή μας κουβέντα έκανα 17 χρώσεις και έβγαλα 384 φωτογραφίες στο μικροσκόπιο. Θέλετε να σας τις δείξω;» (υπέρ το δέον ενθουσιώδης μεταδιδακτορικός. Μου θυμίζει τον εαυτό μου π.Μ.) «Ντοκ, έχουμε ένα περιστατικό να δείτε. 16 ετών, άρρεν. Πέθανε χτες το πρωί παίζοντας ποδόσφαιρο στο σχολείο. Η οικογένεια έχει ιστορικό υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, αλλά η καρδιά του δε δείχνει πάχυνση τοιχωμάτων ούτε ανώμαλη διάταξη κυττάρων. Σύντομα, αν γίνεται, γιατί πρέπει να επιστρέψουμε την καρδιά απόψε για την ταφή» (αντιπαθητικός ειδικευόμενος). «Μαντάμ, εμείς δεν μπορούμε να αποσυνδέσουμε την μπουκάλα του οξυγόνου. Πρέπει να την αποσυνδέσετε μόνη σας και εμείς θα την αντικαταστήσουμε με μία γεμάτη» (όχι-και-τόσο-βοηθητικό προσωπικό). Πού θα βρω εγώ τώρα μια τανάλια; Απότομη η αλλαγή ταχύτητας. Στο κεφάλι μου ακόμα ηχούν τα πρωινά ακούσματα – άκρως επιστημονικά- κουκουβά, κουκουβά, κουκουβαβαβαβαβαααααα…. π.Μ. έμπαινα στο νοσοκομείο στις 8 κι έβγαινα τα μεσάνυχτα με βαριά καρδιά. μ.Μ. αρχίζω να κοιτάζω το ρολόι από τις 2. Και στις 3.30 «την κάνω» με ελαφρά πηδηματάκια. Εάν το λεωφορείο αργήσει πάνω από 3 λεπτά, νευριάζω. Μου στερεί λεπτά από τον Μιχαλάκη…

Ξεκλειδώνω το σπίτι. Άμεσα ακούγεται ο ήχος από μικρές παλάμες και γονατάκια στο πάτωμα. Ενίοτε και καμιά τσιρίδα χαράς. Αλλαγή ταχύτητας. Καθόμαστε στον παιδότοπο που κάποτε ήταν το σαλόνι μας. Του κάνω γκριμάτσες και γελάει. Παίζουμε με μπαλάκια, αρκουδάκια, κρικάκια. Κάποια στιγμή δείχνει ιδιαίτερα αφοσιωμένος σε ένα κυβάκι. Το περνάει από το ένα χέρι στο άλλο, το βάζει στο στόμα, του μιλάει, ξανά στο στόμα. Τον φωνάζω. Καμία αντίδραση. Ωραία. Θα προσπαθήσω να απομακρυνθώ σιγά σιγά μήπως μπορέσω να βάλω ένα πλυντήριο. Σιγά που δε θα με έπαιρνε χαμπάρι. Άντε, ας προσπαθήσουμε να το κάνουμε μαζί. «Μιχαλάκη, παιδί μου, μην μπαίνεις στον κάδο».

18.00. Ώρα για βραδινό φαγητό. Κάποια απογεύματα έχουμε τελειώσει μέσα σε δέκα λεπτά. Άλλα μάς παίρνει τρία τέταρτα να φάμε το μισό μπολάκι. Κάποια απογεύματα αρκεί απλά να του μιλάς ή να του τραγουδάς κι εκείνο ανοίγει το στοματάκι του σαν πουλάκι, πριν καν επιστρέψει το κουταλάκι στο μπολάκι. Άλλα χρειάζεται λίγη περισσότερη…φαντασία. «Κοίτα πουλάκι μου τον μπαμπά που κάνει το τσίρκο Μεντράνο. Έλα να φάμε μια μπουκίτσα. Πωπω, πόσο ψηλά την πέταξε την μπάλα! Μμμμμ, νόστιμο που είναι!» Τίποτα ο Μιχαλάκης. Ερμητικά κλειστό το στόμα. Λες και του έχουν σφυρίξει ότι το φαΐ έχει κώνειο…

20.00. Τα φώτα χαμηλώνουν, η μουσική κλείνει κι ο μπαμπάς πάει στο μπάνιο να γεμίσει την μπανιερίτσα με νερό και παπάκια. Σε λίγα λεπτά ο Μιχαλάκης τυλιγμένος σε μπουρνουζάκι με κεντημένα από τη γιαγιά του βατραχάκια μπαίνει στο δωμάτιό του. Του βάζω πυτζαμάκια. Πίνει το μισό του γάλα. Ξαπλώνω ανάσκελα κι αρχίζω να διαβάζω ένα παραμύθι. Στην αρχή το παίζει αδιάφορος. Μπουσουλάει πέρα δώθε στο δωμάτιο. Μετά με πλησιάζει δειλά. Ξαπλώνει. Χώνει το προσωπάκι του μέσα στη μασχάλη μου. Γυρίζει κι αυτός ανάσκελα. Δράκοι, μάγισσες, γάτες και ποντίκια παίρνουν μορφή μέσα στους τοίχους του παιδικού δωματίου. Γελάει κακαριστά, όταν ο κούνελος βρίσκει την κρυψώνα του αρκούδου. Ελαφριά γκρίνια. Δείγμα νύστας. Το φως κλείνει. Καθόμαστε αγκαλιά στην κουνιστή καρέκλα. Πίνει το άλλο μισό του γάλα. Τα βλέφαρα βαραίνουν, μισοκλείνουν. Όνειρα γλυκά, μωρό μου…

Βγαίνω από το δωμάτιο σαν αερικό. Τρώμε βραδινό και ξαπλώνουμε στον καναπέ. Χώνομαι στην αγκαλιά του Γιώργου. Η πιο ήσυχη και τρυφερή στιγμή της ημέρας… «Θα δούμε καμιά ταινία;». «Αμέ!». Σε δέκα λεπτά νιώθω ένα ελαφρύ σκούντημα. «Κοιμάται κανείς;» Μισανοίγω τα μάτια. Ώρα να πάω στο κρεββάτι. Όνειρα γλυκά, καρδιά μου… Πριν ξαναδώσω το χέρι μου στον Μορφέα, σιγομουρμουράω κουκουβαβαβαβαβαααααα…