ΤΡΑΥΛΙΣΜΟΣ: ΟΣΑ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΡΩΤΗΣΕΤΕ

τραυλισμός

Η εμφάνιση συμπτωμάτων τραυλισμού εύλογα πυροδοτεί ανησυχία στους γονείς οι οποίοι αναζητούν πληροφορίες και κατευθύνσεις για τον κατάλληλο χειρισμό. H πρώτη συμβουλή που συνήθως λαμβάνουν είναι «μη δώσεις σημασία και θα περάσει». Είναι όμως αυτή μια ασφαλής συμβουλή; Τι συμβαίνει όταν τα συμπτώματα εμμένουν και πώς αντιμετωπίζεται ο τραυλισμός στην προσχολική ηλικία, στο δημοτικό και την εφηβεία; Το Τaλκ απευθύνθηκε στον εξειδικευμένο θεραπευτή τραυλισμού και διευθυντή του Κέντρου Έρευνας και Θεραπείας Τραυλισμού κ. Γιώργο Φούρλα και του έθεσε τα σχετικά ερωτήματα.

Σε ποια ηλικία εμφανίζεται ο τραυλισμός και ποια είναι τα σημάδια του; Πώς μπορεί ο γονιός να είναι σίγουρος ότι πρόκειται για τραυλισμό και όχι για κάποια παροδική φάση;

Τα πρώτα συμπτώματα τραυλισμού εμφανίζονται συνήθως στην ηλικία 2-2,5 χρόνων, χωρίς ωστόσο να είναι σπάνιο παιδιά να ξεκινούν να τραυλίζουν και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Για όλα σχεδόν τα παιδιά που ξεκινούν να τραυλίζουν έχει προηγηθεί μια περίοδος ομιλίας χωρίς τραυλισμό και η έναρξη μπορεί να είναι απότομη ή σταδιακή. Τα πρώτα συνήθη σημάδια είναι η επανάληψη μικρών λέξεων όπως τα άρθρα και οι σύνδεσμοι (τη-τη-τη-τη-τη μπάλα θέλω) και η επανάληψη συλλαβής (δώ-δώ-δώ-δώσε μου τη μπάλα). Σπανιότερα εμφανίζονται η επιμήκυνση φθόγγων (θθθθθθθθθέλω να παίξουμε) ή κολλήματα (κ/κ/καλημέρα), συνήθως στο πρώτο γράμμα της λέξης. Η ένταση των συμπτωμάτων είναι ορισμένες φορές τόσο μεγάλη που το παιδί, καθώς πιέζεται να βγάλει τη λέξη, κάνει μυϊκές συσπάσεις του στόματος, του προσώπου ή των ματιών. Τα συμπτώματα μπορεί να εξαφανίζονται για ένα διάστημα, δίνοντας την εντύπωση ότι η δυσκολία ξεπεράστηκε, για να επανέλθουν μετά από κάποιο διάστημα στην ίδια ή με διαφορετική μορφή.

Πράγματι, η συνηθέστερη διαθέσιμη συμβουλή προς τους γονείς είναι να αγνοήσουν τα συμπτώματα, ώστε το παιδί να μην καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει με την ομιλία του και ότι με αυτόν τον τρόπο ο τραυλισμός «θα περάσει». Η συμβουλή αυτή ταυτίζεται με την επιθυμία των γονέων, αλλά δεν είναι η ασφαλέστερη. Ένας λόγος είναι ότι πολλά παιδιά καταλαβαίνουν πως δυσκολεύονται και έχουν ανάγκη να αναγνωρίσεις την ανησυχία τους για να καθησυχαστούν. Ο κυριότερος όμως λόγος είναι ότι, ενώ τα περισσότερα παιδιά θα ξεπεράσουν τη δυσκολία σε σύντομο χρόνο, υπάρχουν και άλλα που έχουν υψηλό κίνδυνο τραυλισμού. Για τα παιδιά υψηλού κινδύνου απαιτείται άμεση παρέμβαση. Η διάκριση μεταξύ της «φυσιολογικής δυσροής» που είναι παροδική και του «εξελικτικού τραυλισμού» που εμμένει, είναι αρκετά δύσκολη ακόμα και για τους ειδικούς. Οι έρευνες καταδεικνύουν τους παράγοντες που υποδηλώνουν ότι τα συμπτώματα που εμφανίζει το παιδί ενέχουν τον κίνδυνο εμμονής.

Παράγοντες κινδύνου εμμονής του τραυλισμού είναι:

  • Η κληρονομικότητα. Ο τραυλισμός είναι 3 φορές πιο συχνός σε οικογένειες που υπάρχει ιστορικό τραυλισμού.
  • Το φύλο. Ο τραυλισμός είναι 4 φορές πιο συχνός στα αγόρια από ότι στα κορίτσια.
  • Η παρουσία δυσκολιών στην ομιλία. Δηλαδή, το παιδί, εκτός των συμπτωμάτων τραυλισμού, δεν μιλά καθαρά, αντικαθιστά σύμφωνα με αποτέλεσμα οι άλλοι να μην το καταλαβαίνουν.
  • Η εξέλιξη του τραυλισμού. Ο τραυλισμός παραμένει ο ίδιος ή χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου.
  • Η εξέλιξη του λόγου του παιδιού (λεξιλόγιο, σύνταξη, έκφραση). Παιδιά με γλωσσικές ικανότητες πιο μπροστά ή πιο πίσω από τις ικανότητες των συνομήλικων παιδιών έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.
  • Ο βαθμός ανησυχίας των γονέων. Γονείς που ανησυχούν πολύ για την εμφάνιση του τραυλισμού και δυσκολεύονται να διαχειριστούν τη στιγμή που το παιδί κολλά ή δυσκολεύονται να διαχειριστούν το δικό τους συναίσθημα.
  • Η αντίληψη της δυσκολίας από το παιδί και η αντίδρασή του στο γεγονός του τραυλισμού (για παράδειγμα κλείνει το στόμα με το χέρι, μιλά λιγότερο ή καθόλου, έχει αλλάξει η συμπεριφορά του).
  • Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. Διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών εμπνέει ανησυχία, ακόμα κι αν τα συμπτώματα πάνε κι έρχονται ή είχαν τελείως εξαφανιστεί κάποια περίοδο.

Σε κάθε περίπτωση η έγκαιρη και κατάλληλη διερεύνηση της δυσκολίας οδηγεί στον καταλληλότερο χειρισμό και ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο ο τραυλισμός να καταλήξει να είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της ομιλίας του παιδιού.

Σε τι βαθμό αποτελεί ψυχολογικό πρόβλημα; Και συνήθως ποια είναι τα ψυχολογικά ζητήματα που σχετίζονται με την εμφάνιση τραυλισμού;

Ο τραυλισμός χαρακτηρίζεται ως πολυπαραγοντική δυσκολία, είναι δηλαδή η συνισταμένη πολλών και διαφορετικών παραγόντων που ομαδοποιούνται σε οργανικούς, γλωσσικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Οι οργανικοί και γλωσσικοί παράγοντες εξηγούν περισσότερο γιατί ένα παιδί ξεκινά να τραυλίζει και σχετίζονται με την οργανική προδιάθεση του παιδιού να εμφανίσει τραυλισμό. Οι ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες εξηγούν περισσότερο γιατί ένα παιδί συνεχίζει να τραυλίζει. Στη βάση του πολυπαραγοντικού μοντέλου που αναφέραμε πιο πάνω, οι ψυχολογικοί παράγοντες που συμμετέχουν στον τραυλισμό σχετίζονται με την ιδιοσυγκρασία (ευερέθιστα παιδιά, με υψηλή αντιδραστικότητα και χαμηλή ικανότητα στη διαχείριση της έντασής τους), την υπερβολική ευαισθησία, τις υψηλές προσδοκίες και τη μικρή ανεκτικότητα στο λάθος, καθώς και τη χαμηλή αυτοπεποίθηση. Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι οι γονείς των παιδιών που τραυλίζουν δεν είναι διαφορετικοί από τους γονείς των παιδιών που δεν τραυλίζουν και ότι οι γονείς –σε αντίθεση με αυτό που πιστευόταν δεκαετίες πριν- δεν προκαλούν τραυλισμό. Ο εξελικτικός τραυλισμός, ο τραυλισμός δηλαδή που εμφανίζεται στην προσχολική ηλικία και μπορεί, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, να συνεχιστεί μέχρι την ενήλικη ζωή, δεν αποτελεί ψυχολογικό πρόβλημα. Υπάρχει, ο ψυχογενής τραυλισμός, που είναι ξεχωριστή κατηγορία και μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία ως αποτέλεσμα ψυχικού τραύματος ή άλλης ψυχικής κατάστασης. Είναι σπανιότερος και έχει καλύτερη πρόγνωση. Αυτό που όλοι εννοούμε όταν λέμε τραυλισμός, είναι ο εξελικτικός και όχι ο ψυχογενής τραυλισμός.

Μπορεί να εξαλειφθεί εντελώς το πρόβλημα κι αν ναι, με ποιες προϋποθέσεις;

Η έγκαιρη, άμεση και κατάλληλη αντιμετώπιση του εξελικτικού τραυλισμού μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη αποκατάσταση της δυσκολίας και να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα επανεμφάνισης. Η πρώιμη παρέμβαση οδηγεί το παιδί να μιλά με καλή ροή και η εμπειρία καλής ομιλίας μπορεί να επηρεάσει την εξελισσόμενη διαδικασία διασύνδεσης των νευρικών κυκλωμάτων που σχετίζονται με την παραγωγή της ομιλίας στον αναπτυσσόμενο, εύπλαστο εγκέφαλο. Το αποτέλεσμα είναι, η νευρολογική προδιάθεση που μπορεί να έχει το παιδί να αναπτύξει τραυλισμό, να μειώνεται από την εμπειρία καλής ομιλίας την οποία κατακτά μέσω της θεραπείας. Όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από την στιγμή εμφάνισης των πρώτων συμπτωμάτων, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης. Για τα παιδιά σχολικής ηλικίας που ξεκίνησαν να τραυλίζουν στην προσχολική ηλικία και συνεχίζουν να τραυλίζουν, οι πιθανότητες πλήρους αποκατάστασης είναι ελάχιστες. Ωστόσο η θεραπεία μπορεί να αποτρέψει την εξέλιξη του τραυλισμού σε πιο σύνθετες μορφές της διαταραχής, να αποκαταστήσει τη ροή της ομιλίας καθώς και τη λειτουργικότητα της επικοινωνίας του παιδιού, σε σημαντικό βαθμό. Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.

Τι περιλαμβάνει η θεραπεία του τραυλισμού προσχολικής ηλικίας;

Υπάρχουν έμμεσες και άμεσες θεραπείες. Έμμεσες θεραπείες είναι αυτές που δεν στοχεύουν απευθείας στην ομιλία του παιδιού με τεχνικές ή άλλες μεθόδους αλλά στοχεύουν στην μείωση των πιέσεων που δέχεται η ροή της ομιλίας του παιδιού από τους οργανικούς, γλωσσικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που αναφέραμε παραπάνω. Για παράδειγμα, σε ένα παιδί που έχει πολλά να πει και μιλά γρήγορα, το στόμα πιθανώς να μην μπορεί να υποστηρίξει την ταχύτητα και την ποσότητα ομιλίας που παράγει. Μέσα από την ανάπτυξη στρατηγικών επικοινωνίας, το παιδί αυτό, μπορεί να ρίξει την ταχύτητα και να οργανώσει καλύτερα το λόγο του με έμμεσο αποτέλεσμα, την ομιλία χωρίς τραυλισμό. Τέτοιες προσεγγίσεις είναι το Palin Parent-Child Interaction Therapy ή το Restart DCM. Στις άμεσες προσεγγίσεις, η θεραπεία στοχεύει στην ομιλία του παιδιού με τεχνικές διαχείρισης των συμπτωμάτων, όπως για παράδειγμα στην μέθοδο MiniKIDS, ή με συμπεριφορική ενίσχυση της «καλής» ροής ομιλίας μέσω λεκτικών χαρακτηρισμών, όπως στο πρόγραμμα Lidcombe. Οι εξειδικευμένοι θεραπευτές μπορούν επίσης να «χτίσουν» ένα θεραπευτικό πρόγραμμα με τρόπο που να απαντά στις ιδιαίτερες ανάγκες ενός συγκεκριμένου παιδιού στην περίπτωση που τα διαθέσιμα δομημένα προγράμματα δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες του. Απαραίτητη σε όλα τα προγράμματα θεραπείας είναι η συμμετοχή των γονέων.

Με ποιους τρόπους διαφέρει ο τραυλισμός της σχολικής ηλικίας και πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζεται θεραπευτικά;

Στη σχολική ηλικία τραυλισμός δεν είναι μόνο το στόμα που κολλάει. Το παιδί μπορεί να κάνει αρνητικές σκέψεις (θα με κοροϊδέψουν) τη στιγμή του τραυλισμού και να ενεργοποιεί συναισθήματα (θυμό, απογοήτευση, φόβο) για τις αντιδράσεις των άλλων. Στην προσπάθειά του να διαχειριστεί την ομιλία ή τα συναισθήματα που αυτή προκαλεί, μπορεί να ενεργοποιεί μηχανισμούς διαχείρισης όπως το να παίρνει μια ανάσα, να αλλάζει τις λέξεις ή να αποφεύγει να μιλήσει. Οι μηχανισμοί αυτοί τις περισσότερες φορές είναι δυσλειτουργικοί είτε γιατί αποτυγχάνουν να αποκαταστήσουν τη ροή της ομιλίας είτε γιατί οδηγούν σε συμπεριφορές με αρνητικές συνέπειες. Παράδειγμα τέτοιας συμπεριφοράς είναι το παιδί που ενώ ξέρει να απαντήσει στην ερώτηση, δεν σηκώνει το χέρι στην τάξη, γιατί φοβάται ότι θα κολλήσει, με αποτέλεσμα ο δάσκαλος να νομίζει ότι δεν ξέρει μάθημα. Επομένως στη σχολική ηλικία ο τραυλισμός έχει μια λεκτική διάσταση, αλλά ταυτόχρονα έχει και ψυχολογική και λειτουργική. Σημαντικό ρόλο παίζει και το περιβάλλον το οποίο μπορεί να ενισχύει ή να περιορίζει τη λειτουργικότητα του παιδιού και το μέγεθος της διαταραχής. Για παράδειγμα, μια τάξη ανοικτή στη διαφορετικότητα και ένας δάσκαλος ευαισθητοποιημένος και ενημερωμένος λειτουργούν υποστηρικτικά και αμβλύνουν τις λειτουργικές συνέπειες του τραυλισμού. Αντιστοίχως, γονείς που κατανοούν τη δυσκολία του παιδιού σε όλη της την έκταση, ανησυχούν λιγότερο και ενδυναμώνονται να υποστηρίξουν τη ροή της ομιλίας του παιδιού τους. Η θεραπεία αποτυγχάνει όταν στοχεύει αποκλειστικά στην άρση των λεκτικών συμπτωμάτων και δεν απαντά στις συνολικές ανάγκες του παιδιού. Αντιθέτως, η θεραπεία είναι αποτελεσματική εάν απαντά στη συνολική εμπειρία του τραυλισμού, εκπαιδεύει τους γονείς και τους σημαντικούς άλλους.

Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί δεν έχει δουλευτεί και έχει φτάσει στην εφηβεία. Τι μπορεί να γίνει σε αυτή την ηλικία;

Ο έφηβος που τραυλίζει δεν διαφέρει από τους άλλους εφήβους. Αισθάνεται δυνατός, θέλει να είναι ανεξάρτητος και αυτόνομος, ενδιαφέρεται για την εικόνα και την εμφάνισή του, οι φίλοι έχουν σημαντική θέση στη ζωή του όπως και η παρέα στην οποία θέλει να ανήκει. Λογικό είναι ο έφηβος να αισθάνεται ότι απειλείται από το κομμάτι του εαυτού του που τραυλίζει και να θέλει να κρύψει τον τραυλισμό, να τον αποφύγει ή να τον ελαχιστοποιήσει. Η θεραπεία θα πρέπει να ενδυναμώνει τους εφήβους να διαχειρίζονται τις ιδιαίτερες επικοινωνιακές ανάγκες αυτής της ηλικίας όπως είναι για παράδειγμα η συνομιλία σε ομάδα ομηλίκων, η επικοινωνία με άτομα του άλλου φύλου, η παρουσίαση στην τάξη, να τους συμφιλιώνει με το κομμάτι του εαυτού τους που τραυλίζει. Σαν αποτέλεσμα της θεραπείας, ο έφηβος μπορεί να τραυλίζει λιγότερο έντονα και λιγότερο συχνά, μπορεί να ελέγχει την ομιλία του και το συναίσθημά του σε σχέση με την επικοινωνία, ενδυναμώνεται να συμμετέχει σε συζητήσεις στις παρέες και στο σχολείο και να κάνει επιλογές για τη ζωή του έξω από το πρίσμα του τραυλισμού. Στο Κέντρο Έρευνας και Θεραπείας Τραυλισμού παρέχουμε εντατικά ομαδικά προγράμματα θεραπείας για εφήβους που τραυλίζουν, μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς, ώστε να μην επιβαρύνεται η καθημερινότητά τους από τον χρόνο της λογοθεραπείας κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους. Ταυτόχρονα, η ομαδική θεραπεία προσομοιάζει τη συνθήκη επικοινωνίας που δυσκολεύει περισσότερο τους εφήβους και δίνει τη δυνατότητα στον έφηβο να γνωρίσει και άλλους εφήβους που τραυλίζουν, ώστε να μην νιώθει ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο με τραυλισμό.

Τι διαφορετικό προσφέρει ένα εξειδικευμένο κέντρο τραυλισμού όπως το δικό σας σε σχέση με ένα απλό κέντρο λογοθεραπείας;

Ο τραυλισμός είναι μία διαταραχή με υψηλή ανομοιογένεια. Ο τραυλισμός κάθε προσώπου που τραυλίζει είναι μοναδικός και οι διαφορετικές ηλικίες έχουν ανάγκη διαφορετικών θεραπειών. Η θεραπεία τραυλισμού θα πρέπει να απευθύνεται στη συνολική διαταραχή, δηλαδή στην λεκτική, ψυχολογική και λειτουργική διάστασή της. Επίσης θα πρέπει να εμπλέκει τους γονείς στη θεραπεία. Τα συνοδευτικά προβλήματα (για παράδειγμα το παιδί δεν λέει κάποια σύμφωνα και τραυλίζει) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο τρόπο στο παιδί που τραυλίζει. Για να ανταποκριθεί ο λογοθεραπευτής σε αυτές τις ανάγκες, απαιτείται υψηλού επιπέδου κλινική εκπαίδευση και εξειδίκευση. Ένα εξειδικευμένο κέντρο παρέχει πολλές και διαφορετικές θεραπείες για κάθε ηλικία, ώστε να επιλέγεται η θεραπεία που ταιριάζει στις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού. Επίσης, στελεχώνεται από κλινικούς με κλινική εξειδίκευση στον τραυλισμό. Στο Κέντρο Έρευνας και Θεραπείας Τραυλισμού παρέχουμε τα πιο σύγχρονα, εξειδικευμένα θεραπευτικά προγράμματα για παιδιά, εφήβους και ενηλίκους που τραυλίζουν. Διερευνούμε την κλινική αποτελεσματικότητα των προσεγγίσεών μας. Συμμετέχουμε σε ερευνητικά προγράμματα, παράγουμε γνώση και εκπαιδεύουμε άλλους λογοθεραπευτές. Το Κέντρο Έρευνας και Θεραπείας Τραυλισμού είναι ένα από τα 4 διακεκριμένα κέντρα σε όλη την Ευρώπη που είναι μέλη του ECSF (European Clinical Specialization in Fluency Disorders), ενός οργανισμού για την κλινική εξειδίκευση των λογοθεραπευτών στον τραυλισμό.

Από την εμπειρία σας με αυτά τα παιδιά, θα λέγατε ότι έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό; Κάποια ευαισθησία ή ταλέντο; Ποιο είναι το μεγάλο μάθημα που σας δίνουν;

Τα παιδιά που τραυλίζουν δεν είναι διαφορετικά από τα παιδιά που δεν τραυλίζουν. Ο τραυλισμός χαρακτηρίζει την ομιλία αλλά δεν χαρακτηρίζει το πρόσωπο. Για αυτό άλλωστε αποκαλούμε το παιδί «παιδί με τραυλισμό» ή «παιδί που τραυλίζει» και όχι «τραυλό παιδί». Η εμπειρία του τραυλισμού είναι που διαμορφώνει στάσεις, συναισθήματα και συμπεριφορές. Για το ποια εμπειρία τραυλισμού δίνουμε στα παιδιά που τραυλίζουν είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, επαγγελματίες υγείας, λογοθεραπευτές, οικογένεια, σχολείο καθώς και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε σαν κοινωνία τη διαφορετικότητα. Σαν εξειδικευμένοι θεραπευτές τραυλισμού γνωρίζουμε στη θεωρία πολλά πράγματα για τον τραυλισμό αλλά τα πρόσωπα που τραυλίζουν ζουν με τον τραυλισμό. Είναι οι «πρακτικοί» του τραυλισμού. Απεκδυόμενοι τον ρόλο του ειδήμονα θεραπευτή και αναγνωρίζοντας την ειδημοσύνη του παιδιού στη δυσκολία του, το μεγαλύτερο μάθημα που μας δίνουν τα παιδιά που τραυλίζουν είναι το τι ακριβώς είναι ο τραυλισμός και πόση μεγάλη δύναμη και ανθεκτικότητα χρειάζεται να ζεις με αυτόν.

Σε συνεργασία με τον Γιώργο Φούρλα, Λογοθεραπευτή – Εξειδικευμένο Θεραπευτή Τραυλισμού, Διευθυντή Κέντρου Έρευνας και Θεραπείας Τραυλισμού, www.travlismos.gr