Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΣΟΛΚΑ ΜΑΣ ΛΕΕΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

TSOLKA_ALEXANDRAΗ αγαπημένη μας δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Τσόλκα μιλάει στο Τaλκ με την έτερη ιδιότητά της, αυτή της συγγραφέα, με αφορμή την κυκλοφορία του παιδικού βιβλίου της «Η κακιά μάγισσα παραιτείται», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

  1. Καλησπέρα, κα Τσόλκα. Θα ήθελα καταρχάς να μας πείτε ποια είστε. Όχι ότι δεν σας   ξέρουμε, αλλά θα ήθελα να ακούσω πώς αυτοχαρακτηρίζεστε… Καλησπέρα. Ευχαριστώ, καταρχάς που μου κάνατε αυτή την ερώτηση, όπως λένε οι πολιτικοί όταν θέλουν να κερδίσουν χρόνο, διότι κάνω μόλις το ίδιο. Δεν αυτοχαρακτηρίζομαι, μιας και διαρκώς είμαι εγώ, άρα δεν το έχω ανάγκη, για να με ορίσω. Δεν μου αρέσουν, ούτως ή άλλως, οι χαρακτηρισμοί γιατί συνήθως οδηγούν σε τσακωμούς στα προσωπικά, ή σε κατηγοριοποιήσεις κοινωνικά. Σε μια προσπάθεια εύκολης υπεκφυγής θα σας έλεγα όλα τα επίσημα με τα οποία με χαρακτηρίζει η Hellenic Republic στο δελτίο ταυτότητάς μου: Τσόλκα Αλεξάνδρα, πατέρας: Δημήτριος, μητέρα: Μαρία, τόπος γέννησης: Αγρίνιο Αιτωλ/νίας, ύψος: 1,70, δημότης: Ηρακλείου Αττικής. Ευτυχώς δεν γράφουν από μόνοι τους βάρος και δεν σας γράφω εγώ -υπόπτως ματαιόδοξα!- ηλικία.
  2. Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το παιδικό βιβλίο; Αν δεν κάνω λάθος, παλαιότερα είχατε εκδώσει βιβλία για ενήλικες, αλλά τα δύο τελευταία χρόνια συνεργάζεστε με το Μεταίχμιο και μας προσφέρατε δύο υπέροχα παραμύθια. Σας ευχαριστώ για το «υπέροχα» και καλύτερο δώρο δεν μπορούσατε να μου κάνετε! Έχω γράψει μυθιστόρημα, διηγήματα, πολύ σύντομες ιστορίες και μια βιογραφία, αλλά λίγο πολύ, τα ίδια παλεύω με τις λέξεις-κύματα, να πω, σε όποιο είδος. Η σκληρότητα, η κακία, ο χειρισμός ζωών, η παράνοια και η απανθρωπιά της εξουσίας πάνω στους άλλους είναι πάντα τα θέματά μου, προσπαθώντας να αυτοπαρηγορηθώ και να κατανοήσω. Με τα παιδιά όμως, αισθάνομαι πως οφείλω να τα προστατέψω πιάνοντάς τα απ’ τις λεξούλες σαν χαδάκι. Και ως άνθρωπος που έχει γράψει πολύ για να βιοποριστεί, βρίσκω τη συντομία του παραμυθιού οικεία και την απελευθέρωση από την πραγματικότητα, ανακουφιστική και χωρίς όρια.

Αλεξάνδρα Τσόλκα

  1. Μετά τη «Νεράιδα νονά», πάμε σε μια μάγισσα, κατά τα φαινόμενα κακιά, αλλά κατά βάθος καλή και μπουχτισμένη τόσο που θέλει να παραιτηθεί. Πώς σας ήρθε η ιδέα; Πώς αρχίζει η συγγραφή μιας νέας ιστορίας; Η νεράιδα και η μάγισσα είναι αρχέτυπα των παραμυθιών και πλέον σύντομες εισαγωγές ρόλων για τους νεαρούς αναγνώστες, που τους διδάσκουμε από νωρίς πρότυπα κοινωνικά. Δηλαδή, η νεράιδα είναι πάντα καλή, ωραία, χωρίς ελαττώματα, και η μάγισσα κακιά και δεν θέλουμε να της μοιάσουμε φυσικά. Έλα μου όμως που τα πράγματα σχεδόν ποτέ δεν είναι όπως φαίνονται! Και έλα μου που μαγικά ραβδάκια δεν υπάρχουν ούτε σωτηρίες από μηχανής θεών ή μαγισσών! Άρα ας τα πιάσουμε απ’ την ανάποδη και σαν ρούχα ας φορέσουμε τα μέσα έξω μας. Η συγγραφή μιας ιστορίας, τώρα, για μένα, αρχίζει με κλινικό σύμπτωμα εσωτερικής φαγούρας, αλλά άνευ ανακούφισης ξυσίματος ως την ολοκλήρωσή της.
  1. Οι μεγάλοι παραμυθάδες θέλουν να σώσουν τους κακούς τους ήρωες και προσπαθούν να τους πείσουν να μην παραιτηθούν από τα παραμύθια. Όμως, σήμερα, τα παιδικά βιβλία έχουν όλο και λιγότερους κακούς, ή τέλος πάντων, οι κακοί γίνονται καλοί. Τελικά, ποιος είναι ο ρόλος των κακών μέσα στις παιδικές ιστορίες; Και από τι προσπαθούμε να προστατέψουμε τα παιδιά μας, φιμώνοντάς τους; Οι «κακοί» στη ζωή δεν είναι εύκολα σχήματα, για να τους αναγνωρίσεις, όπως ένας δράκος, ένας κακός μάγος, ο μαύρος, μεγάλος, πεινασμένος λύκος! Υπάρχουν οι σκοτεινές, αδηφάγες οντότητές τους, αλλά σε άλλη μορφή! Υποθέτω πως η τάση στα παραμύθια είναι να οχυρώσουμε με τις δικές τους αρετές τα παιδιά, ώστε να προσβάλλονται όσο το δυνατόν λιγότερο απ’ το κακό. Η δική μου τώρα αντίληψη σ’ όλο αυτό για όλους μας είναι το να αναλύσουμε πώς γεννιέται αυτό το κακό, να το αμφισβητήσουμε, να το αποδημήσουμε, μπας και πάψει στο τέλος να υπάρχει και αυτοκαταστραφεί. Κάπως έτσι!
  1. Ο Αίσωπος, οι Αδελφοί Γκριμ, ο Άντερσεν, ο Σαρλ Περό, η Μπέατριξ Πότερ. Παλιοί κι ακόμα πιο παλιοί παραμυθάδες…Τους αγαπάτε όλους εξίσου ή ξεχωρίζετε κάποιον; Ξεχωρίζω τη σκοτεινιά των Γκριμ και τις γκόθικ περίτεχνες, ψυχογραφικές δαντέλες τους, τις φτιαγμένες να ξεδιπλώνονται σε παγωμένους χειμώνες, γύρω από ανεπαρκή τζάκια και ο αέρας που φυσομανά έξω να σκηνοθετεί τους φόβους, με ένα αίσιο τέλος για καληνύχτα, που όμως εγκυμονεί εφιάλτες. Ξεχωρίζω τη θλίψη του Άντερσεν, την ικανότητά του να φτιάχνει ποίηση απ’ τη στιγμή και τον πεσιμισμό του – τη λατρεύω. Τους συμβολισμούς του Περό, επίσης. Ε! Καλά σπουδαία έργα, μεγάλοι αφηγητές ιστοριών. Και του Όσκαρ Ουάιλντ τα παραμύθια λατρεύω, με το βούτηγμα των λέξεων σε βάθη ευαισθησίας, πόνου, τρυφερότητας, αγάπης!
  1. Ως παιδί, ποια ήταν τα αγαπημένα σας παραμύθια; Επανέρχεστε ακόμα και σήμερα σε κάποιο από αυτά; Όλα όσα είπαμε και μας μεγάλωσαν όλους. Μια αδυναμία είχα στη «Μικρή Σειρήνα» του Άντερσεν που έγινε αφρός για έναν έρωτα, ενώ έκλαιγα πάντα με το κοριτσάκι που πριν πεθάνει βλέπει στο φως απ’ τα σπίρτα την ευτυχία που δεν της ήτανε γραφτή. Και τα λαϊκά ελληνικά παραμύθια με γοήτευαν πολύ! Είχα και την ευτυχία μιας γιαγιάς μεγάλης παραμυθούς, δίπλα σε τζάκι, να αλλάζει φωνές υπνωτιστικά, με μεγάλη μαύρη μαντήλα που την έβγαζε για να αφηγηθεί, και φαίνονταν ασημένιες κάτι μακριές, άκοπες δεκαετίες πλεξούδες και που έλεγε παραμύθια απ’ τον νου της και άρχιζε τώρα και δεν τέλειωνε ποτέ, σαν ορεινή Σεχραζάντ. Και η μάνα μου μου έλεγε παραμύθια, με ηρωίδες δικής της επινόησης πάντα πολύ γενναίες και δυνατές. Θυμάμαι που ξάπλωνα στα πόδια της και περίμενα τη συνέχεια, αλλά πιο πολύ το χάδι στην πλάτη μου και στα μαλλιά μου, όπως έλεγε το «μια φορά κι έναν καιρό». Από τότε, έχω την αίσθηση του φιλιού της και του αρώματός της -κάτι σαν γλυκό λεμόνι και πούδρα!-, και σαν να ’ναι μεσημέρι και άνοιξη και ο χρόνος να μην περνάει πότε ακούω την αρχή από ένα παραμύθι.
  1. Έχετε δύο κόρες. Πόσων ετών είναι και τι διαβάζουν; Κι εσείς σήμερα ποιο βιβλίο έχετε στο κομοδίνο σας; Είναι 13 και 9 ετών. Η μεγαλύτερη, αν και νωρίς ακόμη, έχει πιάσει τον Κέρουακ και την έβλεπα, πριν λίγο, να ζαχαρώνει τον Μπάροουζ, έχοντας περάσει σε άλλη αναγνωστική πίστα, αλλά κυρίως τραβηγμένη απ’ το εξώφυλλο «Οι πολιτείες της Κόκκινης Νύχτας». Η μικρή μου είναι μέγιστη θαυμάστρια του θρυλικού ντετέκτιβ Πουαντιγιέ αλλά και της Σύρμως Μιχαήλ και κυρίως του «Μα πού πήγαν οι νυχτερίδες;». Στο δικό μου το κομοδίνο αυτή τη στιγμή βρίσκονται η βιογραφία του Χίτλερ του Κέρσοου και για το πιο παραμύθι «Όσα φοβούνται οι σοφοί» του Ρούθφους, σε μια προσπάθεια μια άλλης ενθουσιώδους ανακάλυψης σαν του Μάρτιν, αλλά φευ, δεν ισχύει!
  2. Λίγο κλισέ ερώτηση, αλλά θα ήθελα τη γνώμη σας. Πώς μπορούμε, εκπαιδευτικοί και γονείς, να βοηθήσουμε τα παιδιά να αγαπήσουν τη λογοτεχνία; Όταν βλέπουν τους γονείς να διαβάζουν, τους δασκάλους να διαβάζουν, να υπάρχουν γύρω τους βιβλία, σαν κάτι αυτονόητο, θα ανακαλύψουν πως ο κόσμος όλος έχει κλειστεί απ’ τους ανθρώπους σε λέξεις. Πολύ φυσιολογικά θα διαβάσουν, σαν πράξη καθημερινότητας.
  1. Πόσο δύσκολο είναι για έναν δημοσιογράφο να ακροβατεί μεταξύ μυθοπλασίας για παιδιά και καταγραφής-κριτικής της δύσκολης πραγματικότητας; Όλα δύσκολη πραγματικότητα δεν είναι; Η αφήγηση αλλάζει.
  1. Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον; Γράφετε κάτι καινούργιο ή είναι ακόμη νωρίς; Εδώ και ποοοολύ καιρό γράφω ένα μυθιστόρημα, το «Ω! Τι ωραίο λευκό χωριό», που πάλι ασχολείται -αν δεν το περιμένατε δηλαδή- με τη στρατηγική του κακού στον σύγχρονο κόσμο, ενώ βοήθησα τον Κυριάκο Παπαδάκο να γράψει για τη ζωή της μάνας του, της τραγουδίστριας Δούκισσας, γνωρίζοντας μια αγωνίστρια γυναίκα, με μια ζωή καθορισμένη απ’ την Ιστορία της χώρας, αλλά και να μάθω για τα μπουζούκια του Πειραιά και τα λαϊκά ινδάλματα, όταν τραγούδαγαν με αμοιβή το φαγητό τους, τις μελό λαϊκές ταινίες, τα μεγάλα κέντρα στην ομογένεια της Αμερικής, τον ηρωισμό ενός κοριτσιού απ’ τα 12 να φεγγοβολάει μες στη νύχτα, απρόσβλητη απ’ τα σκοτάδια της. Τι να λέμε! Εποχές κανονική ασπρόμαυρη ταινία!

   11. Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας. Εγώ σας ευχαριστώ πιο πολύ!