ΠΩΣ ΘΑ ΠΟΥΜΕ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΟΤΙ ΧΩΡΙΖΟΥΜΕ;

Παρόλο που δεν μοιάζει καλοκαιριάτικο θέμα, χειμώνα καλοκαίρι με πολιορκούν, φευ, γονείς όλων των ηλικιών, ρωτώντας πώς να πούνε στα παιδιά τους ότι χωρίζουν. To «φευ» ανήκει στο «χωρίζουν». Το ότι ρωτάνε πώς να το χειριστούν, καλό και άγιο. Η πρόθεση και η επιθυμία, καλή και άγια. Δύσκολο όμως να εκτελεσθούν οι «οδηγίες» γιατί είναι αμφότεροι τόσο φορτισμένοι, αλλά η πρόθεση καλή.

Να ξεκινήσω με δυο λόγια για τον χωρισμό.

Στην κλινική που δούλευα έβλεπα δύο κατηγορίες ανθρώπων. Νόμιζα δύο.

Η μία ήταν άνθρωποι που απέδιδαν τα προβλήματά τους στο γεγονός ότι οι γονείς τους χώρισαν. Η άλλη κατηγορία ήταν αυτοί που απέδιδαν τα προβλήματά τους στο ότι οι γονείς τους δεν τα πήγαιναν καλά ή και μισούσαν ο ένας τον άλλον, αλλά δεν χώρισαν. Δυο κατηγορίες λοιπόν, μέχρι που εμφανίστηκε και μια τρίτη. Μεγάλη και αυτή. Η τρίτη κατηγορία αποδίδει τα προβλήματά της με τις σχέσεις στο ότι οι γονείς της είχαν έναν τόσο τέλειο γάμο, που καμία τωρινή τους σχέση δεν μπορεί να συγκριθεί. Και τις καταστρέφουν!

Αυτή η εμπειρία με οδηγεί σε διάφορες υποθέσεις. Η μία είναι ότι τη σημασία έχει πώς το χειρίζονται οι γονείς. Η δεύτερη ότι πρέπει κανείς κάποια στιγμή να πάψει να χρησιμοποιεί και να κατηγορεί τους γονείς του σαν την απόλυτη εξήγηση των προβλημάτων του. Και να αναλάβει την ευθύνη των συναισθημάτων του και των πράξεών του. Το τρίτο είναι σχετικό με το δεύτερο και το είδα τυπωμένο σε παιδικό T-shirt. Μεταφράζω από τα αγγλικά. Γονείς προς πώληση. Αγοράστε τον έναν, πάρτε τον δεύτερο δωρεάν.

Σοβαρά τώρα.

Ιδεωδώς, μαζί και οι δυο γονείς λένε στα παιδιά κάποιο πρωί (όχι το βράδυ πριν κοιμηθούν, ώστε να υπάρχει χρόνος για τις αντιδράσεις τους) ότι «αποφασίσαμε να χωρίσουμε».

Εμείς οι δυο. Δεν χωρίζουμε από εσάς. Ίσως αυτός ο απαραίτητος πληθυντικός, το αποφασίσαμε, είναι το πιο σημαντικό για τα παιδιά. Και το πιο δύσκολο που έχουν να κάνουν οι γονείς. Κυρίως στις περιπτώσεις που η επιθυμία είναι του ενός. Που είναι και οι περισσότερες. Καταλαβαίνετε γιατί. Γιατί στόχος μας είναι να τους επιτραπεί να έχουν μια καλή σχέση και να συνεχίσουν να αγαπάνε και τους δύο εξίσου. Φαντάσου να τους πεις ο μπαμπάς θέλει να φύγει από το σπίτι μας γιατί βρήκε άλλη γυναίκα ή γιατί μας βαρέθηκε. Πάει η σχέση με τον μπαμπά.

Στα σπιτικά που οι γονείς μαλώνουν, τα παιδιά το καταλαβαίνουν πιο εύκολα. Πιο δύσκολο στα σπιτικά που υπάρχει μια ευγενική, σιωπηλή δυσαρέσκεια ή και έχθρα, ή μια υπόκωφος οργή, ή αδιαφορία. Τα παιδιά φυσικά τη διαισθάνονται,, αλλά τι να τους πεις σε αυτήν την περίπτωση; Είναι πιο δύσκολο.

Στην ερώτηση πάντως γιατί χωρίζετε, μπορεί κανείς να πει γιατί δεν κάνουμε πια ο ένας τον άλλον ευτυχισμένο, γιατί δεν συμφωνούμε – ό,τι έρχεται πιο βολικό, αληθινό και αυθεντικό στον καθέναν. Εγώ κάνω απλώς προτάσεις.

Περισσότερο όμως απασχολούν τα παιδιά άλλα θέματα  που μπορούν ή δεν μπορούν να τα εκφράσουν κατευθείαν και πρέπει να τα μαντέψουμε και να τα βοηθήσουμε.

Καταλαβαίνω ότι δεν θα μπορέσω να καλύψω το θέμα σήμερα και θα αναφέρω ένα ακόμα πράγμα με την υπόσχεση να συνεχίσω την επόμενη φορά. Τελειώνω λοιπόν λέγοντας ότι σε κανένα παιδί δεν αρέσει το γεγονός ότι οι γονείς του χωρίζουν. Αυτό πρέπει να το χωνέψουμε αν και εμείς μπορεί να το θεωρούμε την καλύτερη λύση. Μην περιμένουμε ευχαριστίες δηλαδή. Έχουν όμως την καταπληκτική ικανότητα τη μια στιγμή να είναι πάρα πολύ στενοχωρημένα και την άλλη να παίζουν ανέμελα. Οι φίλοι λοιπόν και διάφορες δημιουργικές ασχολίες είναι απαραίτητες για τα παιδιά μέσα σε μία τέτοια κρίση.

Ο αντιρρησίας μού φωνάζει κάτι.

«Την επόμενη φορά παρακαλώ, όταν θα έχουμε συμπληρώσει αυτά που έχουμε να πούμε».

«Όχι και συμπληρώσει», φωνάζει, «δεν τα προλαβαίνεις όλα ούτως ή άλλως».

Σωστά μάς τα λέει.