Ο ΘΥΤΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΦΑΝΟΣ

Όλα υπήρχαν από παλιά – πολύ παλιά. Από καταβολής κόσμου. Άνθρωποι ψηλοί, κοντοί, αδύνατοι, χοντροί, δυνατοί, αδύναμοι, ξανθοί, μελαχρινοί, μαύροι, κόκκινοι, κίτρινοι, λευκοί, πλούσιοι, φτωχοί, επιστήμονες, εργάτες, χωριάτες, πρωτευουσιάνοι, γυμνοί, ντυμένοι, φτωχοντυμένοι, καλοντυμένοι, μορφωμένοι, αμόρφωτοι, τίμιοι, άτιμοι.

Και η φύση του ανθρώπου πάντα υπήρχε. Αρχέγονη, πρωτόγονη, δυνατή, σκληρή, απάνθρωπα ανθρώπινη.

Και η Ελλάδα υπάρχει από παλιά – και οι Έλληνες. Έξυπνοι, δημιουργικοί, φιλόσοφοι, φιλότιμοι, λεβέντες, προδότες, παλικάρια, πολεμιστές, πολυμήχανοι, προσκυνημένοι.

Και ο εκφοβισμός, η βία, η πλάκα, ο χαβαλές, η κοροϊδία, η καζούρα, το καψώνι – κι αυτά παλιά είναι. Βιωμένα, ειπωμένα, γραμμένα σε εφημερίδες, σε κορμιά, σε ψυχές.

Και τώρα, τι; Ένα νεαρό παιδί –ένα ακόμα παιδί– νεκρό. Πεταμένο σ’ έναν βάλτο, σε προχωρημένη σήψη, κατασπαραγμένο από άγρια ζώα.

Και η κοινωνία σοκαρισμένη, παγωμένη, συγκινημένη, ολοφυρόμενη μητέρα του νεκρού παιδιού, πενθούσα, οργισμένη, αποφασισμένη, έτοιμη για μια ακόμη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στο Σύνταγμα κατά του εκφοβισμού και των διακρίσεων.

Αυτή η πολυκέφαλη Λερναία Ύδρα-μητέρα ένα απόγευμα ανοιξιάτικο θα σηκωθεί για λίγο από τον γωνιακό καναπέ με τα βουλιαγμένα μαξιλάρια, θα κλείσει τα φώτα, θα αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή και στο σαλόνι και στην κρεβατοκάμαρα – εκείνη θα την υποδεχτεί όταν θα έχει τελειώσει η διαμαρτυρία στο Σύνταγμα.

Και όσο η σύσσωμη μητέρα του νεκρού παιδιού θα διαμαρτύρεται, ο νους της θα ξεστρατίζει. Στα παιδιά της που πρέπει να πάνε στον ορθοδοντικό –τόσα σιδερόφρακτα παιδικά χαμόγελα για να έχουν όλα τα ίδια δόντια–, στον διατροφολόγο –τόσα υγιεινά γεύματα βασισμένα σε καρπούς και λαχανίδες για να έχουν όλα το ίδιο βάρος–, στο φροντιστήριο –τόση προσπάθεια για να είναι όλα καταρτισμένα–, στις εξωσχολικές δραστηριότητες – τόσος ιδρώτας για να είναι όλα απασχολημένα.

Μάνα, όταν θα γυρίσεις στο σπίτι, σε παρακαλώ κλείσε την τηλεόραση, πέταξε στα σκουπίδια το σκρίνιο με τα σερβίτσια, τρέξε να αγοράσεις μια βιβλιοθήκη, γέμισέ τη με βιβλία, βάλε μουσική, ξεκίνα να διαβάζεις, αποσυνδέσου από το facebook, εν ανάγκη κλείσε τη φιλία με το παιδί σου στο twitter, άνοιξε την πόρτα του δωματίου του, αγκάλιασέ το, μίλησέ του με λόγια κανονικά, όχι με like στη selfie που ανέβασε, δείξ’ του αγάπη, πάρε την αγάπη του, την αγωνία του, τη στενοχώρια του, την απορία του, τη χαρά του, τη λύπη του, τον θυμό του.

Και, πού είσαι, μάνα, μην αφήνεις ορφανούς τους θύτες του νεκρού παιδιού. Μάνα τους είσαι – μην το αρνείσαι.