Advertisement

ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΟΝΑΧΟΠΑΙΔΙ

μοναχοπαίδι

Για μένα, το μοναχοπαίδι, έγινε σημαντικό κάποια στιγμή να μην κάνω μοναχοπαίδι κι εγώ. Ήθελα να γίνεται χαμός στο σπίτι. Τρία παιδιά ήταν το ιδανικότερο στη φαντασία μου. Τα μείωσα στα δύο γρήγορα. Για να φτάσω στην επιλογή του ενός παιδιού πέρασαν αρκετά χρόνια. Δεν ήταν ξεκάθαρα η επιθυμία μου, αλλά τελικά ήταν επιλογή μου. Και βρέθηκα να μεγαλώνω ένα μοναχοπαίδι, όντας μοναχοπαίδι. Και τότε είδα τον κόσμο να αναρωτιέται γιατί δεν κάνω δεύτερο παιδί. Και απόρησα που απορούν. Απόρησα ποιον νοιάζει και ποιον τελικά πρέπει να νοιάζει το πόσα παιδιά έχει κανείς. Και να με συγχωρείτε, αλλά δεν μπορώ να μπω ούτε στο τριπάκι των ενοχών ότι κάνω κακό στο παιδί μου, ούτε σε εκείνο των αφόρητων κλισέ: «Θα νιώθει μόνο», «θα γίνει κακομαθημένο», «δεν θα έχει με ποιον να μοιραστεί τα προβλήματα του μέλλοντος», «θα πρέπει να προσέξει μόνο του τους υπερήλικες γονείς του», «δεν θα μάθει να μοιράζεται»…

Δεν θα ήθελα να ασχοληθώ με το θέμα της αδιακρισίας, το οποίο θεωρώ αυτονόητο. Η κάθε οικογένεια κάνει τα παιδιά που θέλει και δύναται και κανείς (μα κανείς) δεν μπορεί να ξέρει με βεβαιότητα – ούτε και τον αφορά – γιατί κατέληξε στη συγκεκριμένη επιλογή. Κάποιες φορές, στην εποχή της οικονομικής κρίσης, σε κοιτάνε με συγκατάβαση, λες και είναι βέβαιοι ότι για οικονομικούς λόγους έμεινες με ένα παιδί. Άλλοι όμως μπορεί να σε κοιτάνε με περιφρόνηση, επειδή είναι βέβαιοι ότι δεν θες να του στερήσεις τίποτε και να το μεγαλώσεις σαν «βασιλιά», αλλά έτσι «δεν θα του μάθεις την αληθινή ζωή». Ας μην το κάνουμε αυτό. Ας μην ξέρουμε όλοι για όλους. Και ας μην ξαναπούμε, γράψουμε, αναμασήσουμε κλισαδούρες. Ξέρω πολλά αδέλφια που δεν έμαθαν ή δεν θέλουν να μοιράζονται και μισιούνται για τα κληρονομικά (σόρι, αλλά η αλήθεια να λέγεται). Ξέρω επίσης πολλά που δεν χωνεύονται και βρίσκονται συμβατικά σε γιορτές και οικογενειακές μαζώξεις. Ξέρω όμως και μοναχοπαίδια που όχι μόνο μοιράζονται, αλλά έχουν την ικανότητα να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να βοηθάνε ουσιαστικά τους φίλους τους. Φυσικά ισχύουν και τα αντίθετα.

Γιατί το κάνει αυτό ο κόσμος; Πώς μπορεί ο καθένας να ξέρει πώς θα εξελιχτεί ένας άνθρωπος και κυρίως πώς νιώθει; Σαν μοναχοπαίδι ήθελα ένα αδελφάκι, γιατί νόμιζα ότι αυτοί που έχουν, παίζουν πάντα αγαπημένοι, έχουν πιο πολλά παιχνίδια, δεν βαριούνται στις διακοπές. Δεν καταλάβαινα ότι η βαρεμάρα μου θα γινόταν εφόδιο δημιουργικότητας. Ούτε βέβαια πως τα αδέλφια δεν είναι αγαπημένα στο παιχνίδι – συχνά και στη ζωή. Η κόρη μου σαν μοναχοπαίδι δεν θέλει κανένα αδελφάκι. Από πολύ μικρή δηλώνει πως θα την ενοχλούσε ένα μωρό που θα ξυπνούσε κλαίγοντας μέσα στη νύχτα. Δεν το έχει ζητήσει ποτέ και δεν πιστεύω ότι λέει ψέματα. Ίσως να έχει καταλάβει ότι τα αδέλφια δεν είναι πάντοτε αγαπημένα. Ή να απολαμβάνει την αμέριστη προσοχή μας. Ίσως το δικό της «δώρο» να μην είναι ένα ακόμη παιδί, αλλά η απουσία του. Ίσως. Προσωπικά χαίρομαι που σε αυτή τη φάση της ζωής της δεν σκοτεινιάζει με ένα τέτοιο θέμα. Δείχνει ευχαριστημένη από την παιδική της ηλικία, τα βιώματα και τα συναισθήματα της οποίας θα τη συνοδέψουν για πολλά πολλά χρόνια και θα της χαρίσουν μια συγκεκριμένη προσωπικότητα. Από την άλλη, μίας φίλης η κόρη ζητάει τόσο επίμονα αδελφάκι που φτάνει στο σημείο να κλαίει συχνά, να μην κοιμάται τα βράδια, να μην χαίρεται το παιχνίδι της. Διαφέρουμε οι άνθρωποι, όμως τείνουμε να θεωρούμε πως τα παιδιά μοιάζουν. Πως η χ συμπεριφορά μιας μητέρας, θα έχει στάνταρ την ψ αντίδραση του παιδιού, όλων των παιδιών. Συχνά επίσης πέφτουμε στη λούμπα να πιστεύουμε ότι τα παιδιά μας είναι κλώνοι μας και σώνει-και-ντε στενοχωριούνται με τα ίδια πράγματα που στενοχωριόμασταν εμείς.

Κι επειδή τελικά ο καθένας μόνο για τον εαυτό του δικαιούται να μιλάει, το να είμαι μοναχοπαίδι μου χάρισε και μου πήρε κάτι. Όπως άλλωστε τα περισσότερα πράγματα στη ζωή. Έμαθα να μένω μόνη μου με τον εαυτό μου, τις σκέψεις μου, τα συναισθήματά μου, να τα κοιτάζω κατάματα, να τα αρχειοθετώ στη βιβλιοθήκη του μυαλού μου. Έμαθα να ξεχωρίζω τις σκέψεις μου, τα όνειρά μου, να μην φοβάμαι τη μοναξιά, αλλά αντίθετα να μου δίνει δύναμη, μια πιο συγκεντρωμένη σκέψη ας πούμε. Και κάπως έτσι έμαθα να αντιμετωπίζω την ουσία των πραγμάτων, χωρίς να κρύβομαι πίσω από ηχηρές παρέες. Να μπορώ πάντα να με κοιτάζω στα μάτια, χωρίς να φοβάμαι. Και αυτό το θεωρώ μεγάλο προσόν στη ζωή. Έχασα όμως τη μαχητικότητα της διεκδίκησης, το να μπορώ να τσακώνομαι ξέροντας ότι δεν θα πάθω τίποτε κακό, να μπορώ να χτυπιέμαι και να χτυπάω χωρίς να μου παίρνει μήνες για να συνέλθω, να διαφωνώ και να μην φοβάμαι ότι θα με απορρίψουν, να ξέρω πώς να ζητάω όσα θέλω κόντρα σε ένα ή δύο εξίσου απαιτητικά αδέλφια, μέχρι να επικρατήσει ο πιο αποτελεσματικός και αυτό έως την επόμενη φορά που θα επικρατήσω εγώ, μέχρι και πάλι να αλλάξει αυτό και η ζωή να συνεχίζεται χωρίς να πληγώνεται κανείς από τους συνεχείς αγώνες της. Μοιάζει σα να έχω τη στρατηγική, την άποψη, την εσωτερική δύναμη και να μου λείπει η εξάσκηση. Αυτά όσον αφορά εμένα. Το παιδί μου είναι ένα άλλο παιδί. Κι έχει διαφορετικούς γονείς από τους δικούς μου.

Σαν μοναχοπαίδι σταμάτησα να θέλω αδέλφια στην εφηβεία μου. Είχα πια τις φίλες μου τις οποίες έχω ακόμη. Είναι καταπληκτικές, αφού ανέχονται ένα κακομαθημένο μοναχοπαίδι. Αλήθεια, μπορεί να μου πει κάποιος τι ακριβώς σημαίνει «κακομαθημένο παιδί», γιατί ποτέ μου δεν κατάλαβα;

Υ.Γ. Το κείμενο αυτό είναι προσωπικό και δεν έχει στόχο να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα μακροχρόνιων ψυχολογικών ερευνών.

One Response

  1. Dia G. Απρίλιος 29, 2017