ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-25

Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τη δεύτερη εγκυμοσύνη μου και όταν μερικοί με ρωτάνε με αυτήν τη χαζοαμηχανία της κοινωνικής γνωριμίας, «λοιπόν, πάτε και για τρίτο;» το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό, εκτός από το προφανές (Θεέ μου, τι μαλακισμένη ερώτηση δηλαδή), είναι πως, εντάξει, αν μου άφηνες ένα μωρό έξω από την πόρτα σε ένα καλάθι με μια μεγάλη λευκή κορδέλα θα πετούσα από τη χαρά μου, αλλά, όχι, τους εννιά μήνες της εγκυμοσύνης δεν θα ήθελα να τους ξαναπεράσω.

Προτού βιαστείτε να με συμπονέσετε, να εξηγήσω εδώ ότι καθόλου αναγούλες δεν είχα, ούτε πρωινές αδιαθεσίες ή ζαλάδες, κράμπες, καψίματα και όλα αυτά τα διάφορα που συνδέονται με το στομάχι, ήμουν και τις δύο φορές μία σχετικά χαρωπή, παχουλή έγκυος που δούλευε μέχρι την τελευταία εβδομάδα πριν από τη γέννα και το βασικό της πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να δέσει τα κορδόνια από τα all star από τον έβδομο μήνα και μετά – γιατί, φίλε, το είχα γλεντήσει και η κοιλιά μου ήταν πραγματικά τεράστια.

Απλώς από ένα σημείο και μετά είχα αισθανθεί αποκομμένη. Δεν μπορούσα να βγω, να φάω, να κάνω σεξ, να κοιμηθώ, να πιω, να ντυθώ, να ταξιδέψω όπως ήθελα, ήμουν συνέχεια συναισθηματικά φορτισμένη και ο κόσμος γύρω μου αισθανόταν ότι αν δεν μου μιλούσε για παιδικά δωμάτια και καρότσια θα πάθαινα κάποιας μορφής επιληψία με αναπάντεχα για το μωρό αποτελέσματα. Ή μπορεί και όλα αυτά να ήταν στο μυαλό μου, πάντως το ότι ήρθε η ώρα να αντιμετωπιστώ «ειδικά» ‒και, όχι, προφανώς δεν εννοώ ευγενικά‒ δεν μου προσέφερε ποτέ κάποια μεγάλη ευχαρίστηση.

Για αυτό συνεχίζει να μου κάνει μεγάλη εντύπωση η κατηγορία εκείνη της εγκύου γυναίκας που αποζητά με λύσσα να είναι αποκομμένη και ταυτόχρονα ξεχωριστή. Εκείνη που χαϊδεύει με μανία την κοιλιά της, όχι με κίνηση φευγαλέας τρυφερότητας, αλλά επιδειξιμανίας, που αγκομαχάει στις σκάλες όχι επειδή έχει πάρει κιλά, επειδή κρατιέται για να μη φωνάξει «προσέξτε με», που απαιτεί όχι επειδή επιθυμεί, αλλά γιατί στη ζωή της αισθάνεται ότι της έχει λείψει.

Την πέτυχα αυτήν την κατηγορία προχθές σε μια παρέα. Μία γυναίκα κοντά στα 35, που φαινόταν να αναρωτιέται γιατί δεν δακρύζουμε ομαδικά την ώρα που μπροστά σε όλους μας αρχίζει να τραγουδάει στην κοιλιά της ή καθώς μας δείχνει για εικοστή φορά τα παπουτσάκια που κουβαλάει στην τσάντα της ‒ για να συνηθίζει, όπως μας είπε. Ο σύζυγος δίπλα, υπερπροστατευτικός και έτοιμος να ικανοποιήσει καθετί οριακά παράλογο, ενώ ταυτόχρονα μας έκλεινε το μάτι με βλέμμα που φώναζε θα-περάσει-κι-αυτό-και-μετά-ποιος-με-είδε, έπαιζε τον ρόλο του όπως είχε διαβάσει ότι έπρεπε να κάνει, ενώ δήλωνε ότι μετά θα ξενυχτάει στη δουλειά και θα τα περνάει όλα εκείνη μόνη της.

Τίποτα φυσιολογικό δηλαδή. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η εγκυμοσύνη είναι ένα θαύμα, κατά τη γνώμη μου δεν είναι, αλλά είναι κάτι σίγουρα υπέροχο, δεν το αφήνουμε καν να μαγέψει τους γύρω με την ταπεινότητα και τη γλυκύτητα που του αναλογεί. Και όλο αυτό με γεμίζει με πίκρα, γιατί όταν το εννιάμηνο τελειώσει και όλοι οι προβολείς σβήσουν, όταν το θαύμα θα κλαίει στο σπίτι όλη μέρα και όλη νύχτα, όταν η κοιλιά δεν θα είναι πια ένα περήφανο, φουσκωτό καρπούζι, αλλά μία άβολη, ανεπιθύμητη μάζα, τότε η πρώην έγκυος θα προσγειωθεί σαν τουπόλεφ σε αναγκαστική προσθαλάσσωση, η μοναξιά της ρουτίνας θα της γίνει φορτίο δυσβάσταχτο και θα αναζητήσει άλλους μυστήριους τρόπους για να βγει στο επίκεντρο. Το παιδί θα λειτουργήσει σαν μοχλός πίεσης στην οικογένεια ή/και στους φίλους ή συναδέλφους και εκεί θα ανοίξει μία άλλη αυλαία με άλλα διφορούμενα αποτελέσματα.

Αυτή η μοναξιά της προβολής δεν ταιριάζει στην εγκυμοσύνη. Το πιο φανταστικό συναίσθημα που δεν θα αντάλλαζα με τίποτα στον κόσμο, το «δεν είμαι ποτέ μόνη», ακόμα και αν με πετούσες στην κορυφή ενός ψηλού βουνού (ήθελα να πω στην έρημο, αλλά πολύ κακό να πετάξεις μια έγκυο στην έρημο, ε;) είναι άδικο να μεταφράζεται σε εξιδανίκευση μιας και μόνης ερμηνείας που θα φθαρεί και τελικά θα ξεχαστεί. Και πρώτα από όλους από τη γυναίκα την ίδια.

One Response

  1. te Μάρτιος 2, 2016