ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-22

To σπίτι της φίλης μου είναι υπερβολικά τακτοποιημένο και οι τοίχοι φαίνεται σαν να υπάρχουν για να στηρίζουν φωτογραφίες ανεξάντλητης οικογενειακής ευτυχίας.

Δεν έχει πολλά πράγματα να σου τραβήξουν το μάτι, αλλά είναι όλα ήσυχα και αγαπησιάρικα, με χρωματικούς συνδυασμούς που έχεις δει σε πολλούς καταλόγους, με κούπες που θα έβρισκες εύκολα σε άλλα τόσα σπίτια, με κέικ βανίλια που το έφτιαξε μόνη της και δεν έχει καμία περισπούδαστη ονομασία, με λευκό κρασί που μπαίνει σε τυχαία ποτήρια γιατί τα άλλα, τα «καλά», τα έχει στα πάνω ντουλάπια.

Είμαστε εκεί τέσσερις γυναίκες, μία πρώην παρέα που είχε ζήσει αρκετά και στην πορεία απλά πέρασε στο στάδιο της αποσύνθεσης χωρίς κάποιον προφανή λόγο, ή μάλλον λόγω του προφανέστατου: μεγαλώσαμε,  αλλάξαμε.

Η φίλη που μας έχει καλέσει και μας κυνηγάει επίμονα για να κανονίσουμε εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, έχει τρία παιδιά, δουλεύουν και εκείνη και ο άντρας της το πολύ ένα οκτάωρο την ημέρα με μειωμένους μισθούς και κάποιες λίγες φορές το τρίμηνο κρατάει τα παιδιά η μαμά της, «για να πάμε κάπου με τον Γιώργο και να μη ρουτινιάσουμε τελείως», μας λέει.

Την τελευταία διετία νομίζω ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που έχει κάνει τη δήλωση «είμαι καλά, είμαι ευτυχισμένη», και το εννοεί.

Εμείς οι υπόλοιπες τρεις καθόμαστε εκεί και διαρκώς αναρωτιόμαστε, ψάχνουμε να βρούμε ένα φούξια πυροτέχνημα να φωτίσει αυτήν τη ρουτίνα που μας αραδιάζει, παθαίνουμε έναν περίεργο εκνευρισμό μέσα σε όλη την απλότητα που μας περιτριγυρίζει. Διαβάζω τις σκέψεις, μα πώς της αρέσει η χαζοδουλειά που κάνει, γιατί δεν αγχώνεται που τα παιδιά παίζουν τόση ώρα με το τάμπλετ, ψέματα θα λέει ότι κάνει σεξ δύο φορές την εβδομάδα, αποκλείεται να θέλει να μαγειρεύει αντί να κάνει γιόγκα, γιατί η βιβλιοθήκη στο σαλόνι έχει τόσο πολλά παραμύθια, σιγά μη χαίρεται αν πηγαίνει μόνο σινεμά προλαβαίνοντας οριακά μία μπίρα μετά ΚΑΙ ΠΟΥ ΔΙΑΟΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΙΝΟΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ.

Η Α. βγαίνει έξω να καπνίσει, έχει μούτρα ξινισμένα και κλασική αντίδραση ανθρώπου που δεν θέλει να βρει τι του φταίει, του φαίνεται πιο λυτρωτικό να αμφισβητεί αυτά που δεν φταίνε στους άλλους.

«Εκεί που σου λέει ότι νοικιάζουν κάθε χρόνο και κάνουν διακοπές, είναι πάνω στον δρόμο, περνάνε αυτοκίνητα. Δεν λέω, εκεί μπορούν, αλλά μη μου λες ότι με τρία παιδιά και εκατό χρόνια με τον Γιώργο εκεί, είναι φανταστικά».

Σηκώνω τους ώμους, φυσάμε καπνούς. Η φίλη μας δεν θέλει κάτι άλλο. Είχε την τύχη και τα χαρακτηριστικά να καταφέρει να βρει γαλήνη μέσα στις παραισθησιογόνες μέρες που ζούμε όλοι οι υπόλοιποι. Μέσα εκεί που οι ώρες μετράνε δευτερόλεπτα, που η μικρότερη ένταση οδηγεί στην απόγνωση, που το κυνήγι της τελειότητας, του πάθους, της νεότητας, του ταλέντου δεν οδηγεί ποτέ τον κυνηγό στο να φέρει το θήραμα ικανοποιημένος πίσω στο σπίτι. Θέλουμε όλοι κάτι άλλο, κάτι πιο πολύ.  Θέλουμε όλο να ψάχνουμε, να σκεφτόμαστε, να αναρωτιόμαστε, να ζούμε τη θλίψη στο μέγιστο και ταυτόχρονα να μπορούμε να ξεκαρδιστούμε στα γέλια για να διώξουμε τη σκέψη που μας τρώει.

Η ευτυχία, ναι, είναι απλή.  Όλοι οι άνθρωποι όμως δεν μπορούν να είναι. Ευτυχώς.