ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-21

Είχε πολλή ζέστη, εντάξει δεν έφταιγε κανείς για αυτό, και αρκετό ξενύχτι το προηγούμενο βράδυ, ούτε και για αυτό, και έτσι η διάθεση στη βάφτιση ήταν λίγο βαριά.

Γενικά στις βαφτίσεις, νομίζω, βλέπεις πολλά παράξενα πράγματα. Βασικά, βλέπεις πολλά παράξενα πράγματα όταν κάπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι πολλοί γονείς με μόνο κοινό τη σχέση με την οικογένεια και με άγχος να βγάλουν τα παιδιά τον καλύτερό τους εαυτό και να μην κάνουν καμία κουλαμάρα που θα έχει στόχο μια γιαγιά ή ένα λευκό ακριβό φόρεμα.

Σε μία που βρεθήκαμε κάπως σαν φίλοι φίλων, ό,τι πιο παράξενο είδα είχε να κάνει με ένα ζευγάρι διδύμων, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι περίπου έξι χρόνων.

Δεν θα μπορούσα να προσδιορίσω την ηλικία αν δεν τα κοιτούσα στα πρόσωπά τους επίμονα, προσπαθώντας να ξετρυπώσω παιδικά χαρακτηριστικά. Ήταν ντυμένα σαν μικρογραφίες γονιών μιας άλλης εποχής, το αγόρι με παλιομοδίτικο κοστούμι και γραβάτα, με μοκασίνια που είμαι σίγουρη ότι τον πλήγωναν, γιατί έσκυβε όλη την ώρα και έπιανε με δυσφορία τους κόμπους από τα κορδόνια, και το κορίτσι με φραμπαλάδες, πάρα πολλούς νάιλον φραμπαλάδες, και στα μαλλιά ίδιους φραμπαλάδες, καλσόν και μπαρέτες με λίγο τακούνι.

Στέκονταν δίπλα από τους γονείς τους ανήμπορα, ξέπνοα και δυστυχισμένα, εγκλωβισμένα σε μία κατάσταση που δεν τους επέτρεπε να μιλήσουν, να γελάσουν, να βουτήξουν στα γλυκά, να τρέξουν γύρω γύρω από την εκκλησία, να κάνουν κάτι παιδικό. Οτιδήποτε.

Όσο τα κοιτούσα αισθανόμουν ασφυξία και απέραντη θλίψη ‒ δεν έβρισκαν παρηγοριά ούτε ο ένας στην άλλη (και τούμπαλιν), ακόμα και μεταξύ τους ήταν σφιγμένοι, απόμακροι και μόνοι.

Γύρισα και είπα στα δικά μου μήπως ήθελαν να πάνε να τους ζητήσουν να παίξουν κρυφτό μαζί, ούτε αυτό κατάφερα, μου είπαν ναι, μωρέ, εντάξει, σε λίγο και μετά από μία μακρινή χλιαρή προσέγγιση δεν ξαναπλησίασαν καν και αυτό με γέμισε με ακόμα μεγαλύτερη μιζέρια.

Για μέρες μετά η εικόνα τους με ταλαιπωρεί.  Αναρωτιέμαι πώς αισθάνεσαι όταν μεγαλώνεις παιδιά που δεν είναι παιδιά, τι μετάλλιο επιτυχίας θεωρείς ότι έχεις φορέσει επειδή τα έχεις καταπιέσει να κάθονται ακούνητα σε ένα τραπέζι μασώντας την κάθε μπουκιά δεκατέσσερις φορές ακριβώς. Τι είδους ικανοποίηση λαμβάνεις για τους καλούς βαθμούς στο σχολείο, για το ότι βάζουν διπλωμένα τα ρούχα τους στις ντουλάπες κάθε σούρουπο, για την τυφλή υπακοή στις φωνές και στις τιμωρίες, για τον στρατό τακτοποιημένων ανθρώπων που έχεις δημιουργήσει ‒ ξέρεις, από εκείνους που δεν περπατούν έξω τα βράδια γιατί τους τρομάζουν οι σκιές. Αναρωτιέμαι πώς διάολο παίρνεις και δίνεις αγάπη όταν πετάγεσαι με δυσφορία μέσα από τις αγκαλιές.

Από την άλλη δεν θα ήθελα, ή μπορεί κιόλας, να νομίζουν ότι η ζωή είναι αυτό. Ότι οι γονείς είναι έτσι, ότι τα παιδιά κάποιες φορές μπορεί να είναι και έτσι και ότι όλα τα υπόλοιπα που χοροπηδάνε σαν ντοπαρισμένα θα πάθουν κάποια φοβερή ασθένεια και δεν θα τα κάνει κανείς παρέα στην εφηβεία. Ότι όλοι οι άλλοι είναι στραβοί και αυτοί είναι μέσα τους δυνατοί, άλλωστε η σιωπηρή συγκατάβαση είναι ο μόνος τρόπος να τα καταφέρεις μέσα σε αυτήν την κόλαση της πολυφωνίας και της ελευθερίας, δεν είναι;

Την άλλη μέρα πήγαμε σε ένα πάρκο για να συμπεριφερθούμε λίγο σαν μέλη της οικογένειας της Πέπα. Λίγο περισσότερο από άλλες φορές.  Ξανασκέφτηκα αυτά τα παιδιά, έχουν να κάνουν υπομονή περίπου δώδεκα χρόνια ακόμα για να βροντήξουν πίσω τους αυτήν την πόρτα, που θα είναι πολύ βαριά, και να αρχίσουν να ζουν μόνα τους, χωρίς να ξανακοιτάξουν ποτέ, μα ποτέ, πίσω.

Και αυτό το σκληρό είναι το καλό σενάριο.