ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-18

«Είναι θα έλεγα ανατρεπτικός…»

«Bαριέται εύκολα και δεν μπορεί να το διαχειριστεί αυτό…»

«Θέλει να συμπαρασύρει κι άλλους στη μικρή του επανάσταση…»

«Eκφράζεται βαθιά και δυνατά και η επανάληψη τον κάνει να υποφέρει…»

Κάθομαι σφηνωμένη στην κοντή, ξύλινη καρέκλα και παρατηρώ τα χαρτόνια στους τοίχους, τα πανιά που κρέμονται από το ταβάνι, τα πινέλα με τις ξεραμένες μπογιές, τα γαλανά μάτια της δασκάλας.

Σκέφτομαι τους δικούς μου γονείς όταν πήγαιναν σχολείο για να ακούσουν «πώς τα πάει το παιδί», εκείνους της μιας άλλης γενιάς, γεμάτης εκπαιδευτικά απωθημένα, δυσκολία στην αμφισβήτηση της υποτιθέμενης αυθεντίας, σχετικά περιορισμένη πρόσβαση σε όλο το φάσμα της εκπαίδευσης, ανάγκη για καθησυχασμό και επιβράβευση. Τους θυμάμαι να χειρίζονται άριστα τα κομπλεξικά αποφθέγματα των δασκάλων μου, να στηρίζουν εμένα διαρκώς και να με γεμίζουν δύναμη και περηφάνια.

Όσο η δασκάλα της πρώτης μιλάει για τον γιο μου, το πρώτο που σκέφτομαι είναι η συμβουλή της μαμάς μου να προσπαθήσω να αντιμετωπίσω τους εκπαιδευτικούς των παιδιών μου, πλέον, με καλή πίστη. Κοιτάω τα γαλάζια μάτια της και προσπαθώ να καταλάβω αν αυτά που μου λέει τα κατηγοριοποιεί στο folder «προβλήματα» ή σε εκείνο που γράφει απ’ έξω «χαρίσματα», αν θα με εμπνεύσει με σιγουριά για το σχολείο και σεβασμό για το έργο της, ή θα με εκτινάξει από την καρεκλίτσα μου σαν διαστημόπλοιο που φεύγει για τον Άρη, με αντιλήψεις και λόγια αναχρονιστικά, που επιβραβεύουν τη σιωπηλή βαρεμάρα και την παθητική αποδοχή. Έχω αρχίσει και κουνιέμαι ανυπόμονα, νομίζω ότι όλα γύρω μου τρίζουν, θέλω να της φωνάξω ότι αυτά που μου λέει εγώ τα παίρνω σαν κομπλιμέντα, δεν θέλω ένα παιδί τόσο πολύ τακτοποιημένο, δεν μπορώ να το συμβουλέψω να γίνει έτσι, δεν ξέρω πώς.

Της σφίγγω περίπου εγκάρδια το χέρι με την υπόσχεση να τα ξαναπούμε λίγο πιο αναλυτικά –γιατί άραγε; – και ξεκινάω για το σπίτι. Ξέρω ότι ο γιος μου θα περιμένει να μάθει «τι είπε η δασκάλα», με ανάγκη στην πραγματικότητα να ακούσει απλά ένα μεγάλο μπράβο, και θα του το πω, όπως ξέρω ταυτόχρονα ότι με όλα αυτά τα οδυνηρά γεγονότα που συμβαίνουν τελευταία, έχω μέσα μου αξιολογήσει ξεκάθαρα τις προτεραιότητες.

Δεν με νοιάζει αν βαριέται στο σχολείο, άλλωστε δεν πιστεύω ότι υπάρχει παιδί, διαχρονικά, που δεν θα ήθελε σε φάσεις να έχει ενάμισι μέτρο μαλλί με ψαλίδα για να την κουρεύει την ώρα του μαθήματος και να υπάρχει πάντα άφθονη και για μετά το διάλειμμα, και δεν με νοιάζει αν το σκέφτεται δυνατά και δημιουργεί αναταράξεις. Όλα αυτά με καθησυχάζουν. Θέλω να τον πάρω αγκαλιά, να τον ταρακουνήσω και να του φωνάξω ποτέ, μα ποτέ, να μην εφησυχάζει. Ποτέ να μην πνίγει τη γνώμη του, να μην αποσιωπά το παράπονό του, να μην προσπερνά τις μέρες του διαδικαστικά, να μη σταματήσει να εκφράζεται. Αν σας φαίνονται όλα αυτά υπερβολικά και βαρύγδουπα για ένα παιδί που πηγαίνει στην πρώτη δημοτικού, χμ, ξέρω πως μπορεί να συμβαίνει, αλλά θα μάθει το παιδί αυτό στο πανεπιστήμιο να απαιτεί και να αντιτίθεται όταν λίγα χρόνια πριν έχει διδαχθεί να σιωπά;

Κλείνω την πόρτα πίσω μου και φωνάζω το όνομά του. Έρχεται τρέχοντας.

–  Λοιπόν; Τι σου είπε;

–  Mια χαρά, είσαι άψογος και μπράβο σου.

–  Μόνο αυτό σου είπε;

–  Ε, μου είπε ότι κάποιες φορές ίσως επειδή βαριέσαι κάνεις μια κάποια φασαρία, θέλεις να γίνει μια μικρή ανατροπή και κάπως προσπαθείς να τους παρασύρεις όλους μαζί σου.

–  Είναι κακό αυτό;

Προσπαθώ να είμαι σοβαρή, αλλά μου φεύγει ένα συνωμοτικό χαμογελάκι. Εκείνος σκάει στα γέλια και ξαναγυρίζει με αυτοπεποίθηση –η μαμά μου με στήριξε– στο δωμάτιό του. Συνεννοηθήκαμε.