ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ-17

Είναι καλοκαίρι, είμαι έγκυος στην κόρη μου (νο 2) και έχω πάει να χαζέψω στο καινούργιο σπίτι ενός πολύ καλού (τότε) φίλου μου στο Γκάζι. Μου έχει φτιάξει ένα υποτιθέμενο μοχίτο, που είναι μάλλον κάτι με μπουρμπουλήθρες και λάιμ και μου δείχνει όλο χαρά το σπίτι που ετοίμαζε εδώ και τέσσερα χρόνια, χωρίς κανένα άγχος να τον στριμώχνει, και είναι άψογο μέχρι το πόμολο του συρταριού της ντουλάπας στην αποθήκη.

Ο φίλος έχει μια σχέση εδώ και κανένα δεκάμηνο, φαίνεται να περνάνε καλά, έχει μια δουλειά που του αρέσει, αρκετά λεφτά για να μη χαλιέται, μπορεί να πηγαίνει ταξίδια, μπορεί να αλλάξει αυτοκίνητο αν θέλει και μπορεί να έχει ένα πολύ ωραίο, καινούργιο σπίτι στο Γκάζι με ταράτσα για πάρτι. Όταν μιλάει για παιδιά είναι απόλυτος- συμπαθεί βασικά εκείνα των φίλων του, δεν καταλαβαίνει γιατί ήθελα και δεύτερο και είναι σίγουρος ότι όλοι όσοι αποφασίζουν να τεκνοποιήσουν επιτελούν μια βαθιά ασυνείδητη και ταυτόχρονα εγωιστική πράξη, με όσο περισσότερη αρνητική χροιά μπορείς να βάλεις στον όρο.

Ρουφάει κάτι πολύ αλκοολούχο για να μου εξηγήσει πως όλοι οι γονείς είμαστε κάτι σαν no lifers που βρίσκουμε στα παιδιά μας έναν τοίχο προβολής επιθυμιών, φιλοδοξιών και ονείρων. Ότι κουβαλάμε ανομολόγητα απωθημένα και ανεκπλήρωτα από τη διάδραση με τους γονείς μας και τα παιδιά είναι για εμάς κάτι σαν δεύτερη ευκαιρία. Και ότι αυτό το άγχος τού να αφήσω κάτι πίσω μου όταν θα πεθάνω είναι αδικαιολόγητα ναρκισσιστικό και μετατοπίζει το βάρος από τα επιτεύγματα της «πραγματικής» ζωής σε μία υπερφίαλη υστεροφημία.

Του ζητάω να μου βάλει μία μπίρα έστω, έχω πιει τρία ποτά με μπουρμπουλήθρες, είμαι δώδεκα κιλά πιο βαριά απ’ το κανονικό, και η εγκυμοσύνη με κάνει μάλλον ευερέθιστη. Κατανοώ πολλά από αυτά που λέει, και γενικά οι συζητήσεις που κοντράρουν τις πεποιθήσεις μου τόσο ανοιχτά με ιντριγκάρουν, αλλά στα αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω πού είναι το μεμπτό, ειδικά εφόσον ο συνομιλητής μου δεν έχει αφιερώσει τη ζωή του στο να ταΐζει ορφανά μωρά στα στρατόπεδα προσφύγων του Νταρφούρ. Όλα γύρω μας και μέσα μας μια προβολή είναι, το σπίτι, η σχέση, η δουλειά, είναι μία προέκταση του Εγώ και, όσο άβολο και αν ακουστεί αυτό, ναι, μπορεί και το παιδί κάποιες φορές να λειτουργήσει έτσι.

Τώρα, τέσσερα και κάτι χρόνια μετά, σκέφτομαι τα άυπνα βράδια μου, τα ταξίδια που δεν έκανα, το αυτοκίνητο που δεν άλλαξα, τη δουλειά που δεν κυνήγησα. Τους φίλους που έχασα, τους καβγάδες που έριξα, τα βιβλία που δεν διάβασα, τις τρέλες που δεν έκανα, τις ανησυχίες που έζησα. Σκέφτομαι τη ζωή μου – πόσο έχει αλλάξει.

Και τη μεγάλη, διαρκή αγωνία που πλέον με καθορίζει. Προσπαθώντας να μη με κάνω στην άκρη, να μεγαλώσω ταυτόχρονα και δύο παιδιά με προορισμό να δοκιμάσουν να αλλάξουν τον κόσμο (τους).

Με τον φίλο μου, όπως ήταν αναμενόμενο, έχουμε χαθεί, βρισκόμαστε μια δυο φορές τον χρόνο, και πάλι μέσω καραμπόλας. Θέλω να τον καλέσω κι εγώ στη βεράντα μου ένα ανοιξιάτικο βράδυ, έχει ένα άνετο τραπέζι, αρκετά φυτά, ένα τραμπολίνο, τρεις μπάλες, δύο ποδήλατα και πολλές ξεραμένες πλαστελίνες. Τώρα θα μπορούμε να πίνουμε και οι δύο, και αν είμαστε τυχεροί και δεν ξυπνήσει κανένα παιδί γιατί θέλει νερό/τουαλέτα/αγκαλιά γιατί είδε εφιάλτη/να μου τα σπάσει απλά γιατί είμαι χαλαρή με φίλους, θα ήθελα να ξανασυζητήσουμε για τα παιδιά. Για αυτήν την τόσο επίμονα εγωιστική πράξη με τις ατέρμονα ξεκάθαρες αλτρουιστικές συνέπειες.

Και κάπως έτσι, η ζωή συνεχίζεται, θα μου πει ενώ τσουγκρίζουμε για πολλοστή φορά. Υποθέτω πως όλοι κερδίζουν από αυτό, θα του απαντήσω με βαριά βλέφαρα.

www.notjustmums.gr