ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ

Αγαπημένε μου γιε,

Νιώθω ήδη αμήχανα, γιατί αν και 42 ακούγομαι λες και είμαι 100 χρόνων. Σε λέω «γιε» μου σαν να ήμουν η γιαγιά σου και όχι η μαμά σου.

Μα νιώθω να έχω μεγαλώσει τόσο απότομα. Σαν να έχουν πατήσει pause στην κανονική ροή της ζωής μας αλλά την ίδια στιγμή η ζωή μας να συνεχίζει να τρέχει και μαζί της και τα χρόνια μας.

Περπατάμε σε καυτή άσφαλτο, ντάλα Αύγουστο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο στη διαδρομή για λίγη σκιά. Μαζί με άλλα 11 εκατομμύρια Έλληνες. Εντάξει, υπερβάλλω. Κάποιοι, ίσως να μη νιώθουν την παραμικρή εξάντληση. Δεν ξέρω αν τους ζηλεύω ή τους περιφρονώ. Μα δεν έχει σημασία αυτό.

Παιδί μου καλό, σου γράφω γιατί θέλω να σου πω κάποια πράγματα. Όχι για να απολογηθώ. Αλλά για να ξηγηθώ.

Σου γράφω γιατί θέλω να σου ζητήσω μια συγγνώμη. Δεν είμαι η καλύτερη μαμά αυτόν τον καιρό. Δεν έχω υπομονή, δεν σου χαμογελάω συχνά, ούτε σου λέω κάθε βράδυ «σ’ αγαπώ». Δεν μπορώ με χαρά να παίξω μαζί σου, οι σκέψεις μου με οδηγούν συνέχεια αλλού. Δεν το θέλω, πίστεψέ με. Έχω στεγνώσει από όμορφα συναισθήματα. Νιώθω μόνο τον φόβο να με φλερτάρει και καμιά φορά να μεταμορφώνεται σε απόγνωση.

Μου ζητάς να σου διαβάσω παραμύθια και στις σελίδες του τα μάτια μου βλέπουν τις λέξεις: αβεβαιότητα, πανικός, ώρα μηδέν, τελευταία ευκαιρία, φτώχεια, έξοδος, εξαθλίωση. Λες και η τηλεόραση έχει μετακομίσει από το σαλόνι στο κεφάλι μου.

Μου ζητάς να σου πάρω ένα παιχνίδι ή να πάμε λούνα παρκ και σου λέω όχι, γιατί δεν ξέρω αν κάνει να χαλάσω από τα ελάχιστα που έχω, μήπως πρέπει να τα βάλω στην άκρη για να μην τα έχω ούτε μετά.

Δεν μας επιτρέπεται να σκεφτούμε το τώρα. Όλες οι σκέψεις, τα γεγονότα, οι αποφάσεις αφορούν σε ένα μακρινό μέλλον. Σε ένα «μάλλον» καλύτερα. Θα τα καταφέρουμε, θα πληρώσουμε, θα μάθουμε, θα μεταρρυθμιστούμε, θα βγούμε, θα μπούμε, θα αντεπεξέλθουμε; Μόνο ένα «θα». Κανένα τώρα.

Και μέσα σε όλο αυτό, αισθάνομαι σαν τριανταφυλλιά που την έχουν μαδήσει, όχι μόνο κόβοντάς της τα μπουμπούκια, αλλά και τα αγκάθια της. Τον μοναδικό της τρόπο να αμυνθεί.

Αγόρι μου, σου γράφω γιατί θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που, ενώ θα έπρεπε να μεγαλώνεις στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, μεγαλώνεις στην πιο σκληρή χώρα, αν όχι του κόσμου, σίγουρα όμως του κόσμου που ξέρεις να αναγνωρίζεις στην υδρόγειο που έχεις στο δωμάτιό σου. Σκληρή για σένα, και για μας, και για όλους. Και μαζί άδικη και αδικημένη. Αδικημένη κι από εμάς τους ανθρώπους που την κατοικούν αλλά και από κάποιους που με τον δικό τους παράξενα «αλληλέγγυο» τρόπο θέλουν να τη «βοηθήσουν».

Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που δεν σταθήκαμε αντάξιοι των περιστάσεων. Που προσπαθούμε να ισορροπήσουμε σε ένα τεντωμένο σκοινί χωρίς δίχτυ ασφαλείας από κάτω, ενώ δεν έχουμε ιδέα τι σημαίνει να είσαι ακροβάτης.

Μα πιο πολύ θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη που δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι σύντομα όλα αυτά θα αλλάξουν.

Θυμάσαι τα πλεϊμομπίλ που είχες; Ανάμεσα στους γενναίους ιππότες σου υπήρχαν και οι πειρατές που, αντί να πολεμάνε, έκλεβαν.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει στην πραγματικότητα. Δεν είναι ταινία, δεν είναι παραμύθι, δεν είναι καν ένα κακόγουστο αστείο.

Χθες με ρώτησες γιατί έχει τόσο κόσμο στις τράπεζες. Ακόμα και στα πεντέμισι μικρά σου χρόνια, σου έκανε εντύπωση. Προσπάθησα να σου εξηγήσω, αλλά στάθηκε αδύνατον, μιας και ούτε εγώ μπορώ καλά καλά να το καταλάβω.

Απλώς το δέχομαι. Λες και η ζωή μας ορίζεται μόνο από τα λεφτά. Κι εγώ νόμιζα πως ήταν η υγεία που την ορίζει.

Σήμερα, που θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές, θα είσαι πια ένα μεγάλο αγόρι. Ένας υπεύθυνος –ελπίζω– άνθρωπος, με κατανόηση και αλληλεγγύη να συνθέτουν ένα μέρος τού ποιος είσαι. Με αξιοπρέπεια. Τη γνήσια που το ανθρώπινο είδος πρέπει πάντα να κουβαλάει μαζί του. Με διαλλακτικότητα και ευγένεια. Με αρχές και αξίες που θα τις έχεις σμιλεύσει μόνος όχι επειδή κάποιος θα σ’ τις έχει υπαγορεύσει.

Σήμερα λοιπόν που θα γίνεσαι αυτό που θέλεις να είσαι, θέλω να σου πω πως προσπαθήσαμε πολύ εγώ και ο πατέρας σου να κάνουμε το σωστό. Και πολλοί ακόμα άλλοι για τα δικά τους παιδιά. Το σωστό όπως εμείς το βλέπουμε σωστό, που πολύ φυσικά μπορεί να συνιστά λάθος για κάποιους άλλους.

Αυτό που με οδήγησε σε όλες μου τις πράξεις, αυτές τις δύο εβδομάδες, περικλείεται σε ένα πράγμα: να κάνω τα πάντα για να μεγαλώσεις σε μια πατρίδα όπου θα κυριαρχούν η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός στην αντίθετη άποψη, η αλληλεγγύη, η ευγένεια και οι δυνατότητες, οι ευκαιρίες.

Ο τρόπος που στάθηκα απέναντι στα κελεύσματα των αρχόντων πολιτικών αφορούσε πάνω από όλα σε μια ψήφο εμπιστοσύνης στις ευκαιρίες. Δεν θέλω να μεγαλώσεις σε μια πατρίδα που διώχνει τα παιδιά της, στην καλύτερη, που τα «σκοτώνει», στη χειρότερη, με έναν δικό της ανελέητο τρόπο.

Σκέφτηκα, δεν πειράζει, ας θυσιάσουμε τώρα έναν αμνό, για την κάθε οικογένεια ο «αμνός» αφορά σε κάτι άλλο, ώστε αύριο, όταν πια θα είσαι μεγάλος, να απολαύσεις χωρίς ενοχές τους καρπούς αυτής της θυσίας. Δεν θέλω να σου πω μετά από χρόνια αυτό που καμιά φορά μας λένε οι δικοί μας γονείς, ακόμα και τώρα: «Εμείς στερηθήκαμε για να τα έχεις όλα», και να τα σπίτια, να τα τσιμέντα, να τα οικόπεδα. Όχι. Είμαι ανίκανη να σηκώσω σπίτι. Αν θέλεις μπορούμε με τουβλάκια. Μέχρι εκεί. Δεν με ενδιαφέρει να μου πεις «ευχαριστώ».

Το θεωρώ αυτονόητο να κάνω τα πάντα για σένα, να παλέψω για σένα, να υποστηρίξω τα δύσκολα του σήμερα. Δεν αποφάσισα να θυσιάσω (σχήμα οξύμωρο γιατί η θυσία δεν έρχεται μετά από σκέψη, αλλά μετά από ανάγκη και χωρίς καμία σκέψη) για να έρθεις να μου πεις ευχαριστώ.

Το θεωρώ αυτονόητο ότι οφείλω να στερηθούμε τώρα κάτι, να πιεστούμε, να χάσουμε προκειμένου να βγούμε από αυτό το πηγάδι με το σκοτάδι.

Μα πιο πολύ από αυτό, θέλω να μεγαλώσεις σε μια κοινωνία όπου δεν θα ορίζεται το «ποιόν» σου από το πόσα βγάζεις, αλλά από το πώς τα βγάζεις.

Θέλω να μεγαλώσεις σε μια κοινωνία μιας πατρίδας και όχι μιας χώρας σκλαβωμένης σε επιταγές και διαταγές. Σε τελεσίγραφα και απειλές. Σε προσβολές και ύβρεις. Μα την ίδια στιγμή να σέβεσαι τους ανθρώπους σε όποιον λαό κι αν ανήκουν και ό,τι χρώμα κι αν έχουν.

Θέλω να μπορείς να λες την άποψή σου με σεβασμό στην αντίθετη γνώμη. Αλλά να τη λες. Να μη φοβάσαι.

Θέλω να ξέρεις τι σημαίνει αξιοπρέπεια και ήθος. Αλλά όχι με τη στεγνή έννοιά τους. Περίεργο πάντως: τόσο όμορφα νοήματα, και έχουμε καταλήξει να νιώθουμε ένοχοι όταν τις χρησιμοποιούμε. Κάπως οπισθοδρομικοί.

Θέλω να είσαι περήφανος για την πατρίδα σου όχι μόνο στις επετείους. Αλλά πάντα.

Θέλω να τιμάς αυτόν τον ελληνικό ήλιο, και τη θάλασσα, και τα βουνά της. Όχι με πατριδολαγνεία. Αλλά με το να τα προστατεύεις.

Θέλω να γνωρίσεις την Κάλλας, τον Ελύτη, τον Παπανικολάου, τον Καζαντζάκη, τον Νανόπουλο. Και να κρατήσεις τη μεγάλη εικόνα.

Θέλω να διαβάσεις Όμηρο, να μελετήσεις τον Αριστοτέλη, να εξερευνήσεις τον Σοφοκλή, να μάθεις για τον Δημόκριτο. Και μετά ας επιστρέψεις στα κοινωνικά δίκτυα που θα υπάρχουν στις μέρες σου. Όμως να γνωρίζεις.

Θέλω να μάθεις να αναγνωρίζεις τον Λεωνίδα, την Αντιγόνη, τον Περικλή, τον Κανάρη, την Μπουμπουλίνα, τη Λέλα Καραγιάννη, τον Λαμπράκη. Υπάρχουν και σήμερα, ξέρεις.

Θέλω να ξέρεις πως δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο από την ελευθερία και τη δημοκρατία. Μόνο μέσα σε αυτές μπορείς να μεγαλώσεις, να μάθεις, να καλλιεργηθείς, να ανδρωθείς. Να γίνει άνθρωπος. Να κοιτάς, δηλαδή, ψηλά.

Μόνο μέσα σε αυτές και χάρη σε αυτές μπορείς να αγαπήσεις, να δημιουργήσεις και να ταξιδέψεις, όπως έγραφε ο πατέρας μου, όταν τον ρώταγα τι θα πει ζωή, μπαμπά;