ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ…

άνοιξηΚαταλαβαίνω την άνοιξη από τις μυρωδιές· χαμομήλι, νυχτολούλουδο, απορρυπαντικό ρούχων από τις απλωμένες μπουγάδες, κεφτέδες στο τηγάνι.

Και από τους ήχους· δελτίο ειδήσεων από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, μουσική από το ανοιχτό παράθυρο του διπλανού αυτοκινήτου, η φασαρία από την εξάτμιση μιας μηχανής τα χαράματα.

Και από τα χρώματα· το κόκκινο από τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα των παιδιών, το μπλε από τη θάλασσα που σκέφτονται να κολυμπούν, το κίτρινο από τον ήλιο που φέγγει στα μάτια τους.

Και από τον θόρυβο που κάνει η αγάπη μέσα τους. Πιο πολύ την άνοιξη. Είναι που βγαίνουν στα μπαλκόνια και στις πλατείες με μπάλες και ποδήλατα. Και επιστρέφουν μετά από λίγο με αίματα στα γόνατα και δάκρυα στα μάτια και αφοριστικές δηλώσεις: «Δεν είναι πια φίλος μου, δεν θα του ξαναμιλήσω ποτέ».

Και εγώ κουνάω το κεφάλι μου με κατανόηση και χωρίς καμία αμφιβολία. Πως θα του ξαναμιλήσει. Πως με μερικούς μικρούς ανθρώπους που τώρα μοιράζεται το ίδιο θρανίο θα εξακολουθεί να καβγαδίζει για πολλά χρόνια ακόμη· για το χαμένο γκολ, για το μυστικό που μαρτύρησε, για ένα κορίτσι, για έναν καινούργιο εμβόλιμο φίλο, για την ομάδα. Ειδικά την άνοιξη…

Τους κοιτάω να περπατούν μπροστά μου και ελπίζω έτσι να συνεχίσουν να βηματίζουν. Μαζί ή ο καθένας με άλλους. Φίλους αληθινούς, αυτούς που έχεις από μικρός, αυτούς που σε βλέπουν να μεγαλώνεις σε ένα παράλληλο σύμπαν με κάποιο που παραμένει στάσιμο σε μια απροσδιόριστη ηλικία που δεν είναι ούτε παιδική μα ούτε ενήλικη. Μια ηλικία που δεν μετρά χρόνια, αλλά στιγμές. Στην ίδια τάξη, στο ίδιο πάρτι, στο ίδιο καράβι για το νησί, στο ίδιο λεωφορείο για τη σχολή, σε γάμους και βαφτίσια, στο μαιευτήριο, σε παιδικά πάρτι.

Και μετά, πιο σπάνια αλλά το ίδιο κοντά, στο ίδιο τραπέζι εκείνης της μικρής ταβέρνας μπροστά από 5 ποτήρια κρασί, και ενώ είσαι πια μεγάλος αυτοί οι μικροί άνθρωποι που πια δεν είναι μικροί να είναι από τους λίγους που μπορούν πάντα να βλέπουν το φως στα μάτια σου. Και την άνοιξη στην καρδιά σου.

Στις φίλες μου, που ξέρουν αυτές.