ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο. Κι αυτοί οι δύο κάναν και παιδί. Και ίσως όχι μόνο ένα. Κι’ άλλο. Και έτσι νόμιζαν ότι είναι ευτυχισμένοι. Και δεν έβλεπαν ότι δεν ήταν δυο, άλλα κάθε ένας μόνος του. Και μετά χώρισαν. Και ζήσαν αυτοί καλά και ίσως ακόμα καλύτερα από πριν…»

Είμαι γυναίκα. Έχω φτάσει 41. Έχω παιδί. Σκύλο. Γάτα. Σπίτι. Έχω οικογένεια. Ξαναλέω. Έχω οικογένεια; Έχω. Μοναδική. Τώρα πια είμαι εγώ και ο γιος μου. Αυτή είναι η δική μου οικογένεια. Πριν, είχα φανταστεί ότι είχα. Όπως πολλές άλλες γυναίκες που ξέρω. Μια φαντασίωση που έκανα πραγματικότητα.

Το να φαντάζεσαι μερικές φορές σε κρατάει ζωντανό.

Αλλά ας πάρουμε τα πραγματα από την αρχή…

Μόλις χτύπησε το κουδούνι και τρέχω να ανοίξω, με ένα σκύλο να γαβγίζει δίπλα μου μανιασμένος και ένα γατί να τρέχει πίσω μου με φόρα.

“Γειά σου, ζωντοχήρα!” λέει η Μαρία γελώντας με το που μπαίνει στο σπίτι και κατευθύνεται στο ψυγείο.

“Δεσποινίς, παρακαλώ, ετών 41, όχι ζωντοχήρα!” απαντάω, παίρνοντας το κρύο λευκό μπουκάλι κρασί από τα χέρια της για να σερβίρω τον εαυτό μου.

“Τι δεσποινίς, καλέ; Κοτζάμ κυρία είσαι. Πάντα ήσουν…Αλλά τώρα πια ΚΑΙ ζωντοχήρα” λέει εκείνη και ξεκαρδίζεται στα γέλια, επιδεικτικά αυτή τη φορά.

Όσο την κοιτάζω να κατευθύνεται στο μπαλκόνι, η λέξη ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ ηχεί σαν κακοκουρδισμένο τύμπανο στα αυτιά μου. Ψάχνω τη σημασία της στο μυαλό μου. “Ζωντοχήρες” ονομάζει επίσημα ο κόσμος τις χωρισμένες γυναίκες, λέει μια φωνή αυτόματα μέσα μου και για μια στιγμή κοντοστέκομαι στην πόρτα της βεράντας.

Λέξη που οπουδήποτε την ακούσεις προσδίδει ένα είδος κακομοιριάς από μόνη της.

Αν είναι δυνατόν! Τώρα το συνειδητοποιώ. Μια γυναίκα ονομάζεται ζωντοχήρα επειδή χώρισε με έναν άντρα. Και αυτός δεν πέθανε, ανήκει ακόμα στους ζωντανούς. Δηλαδή μια γυναίκα προσδιορίζεται μόνο με έναν άντρα δίπλα της.

Χωρίς άντρα μέσα στο σπίτι είναι ανύπαρκτη και ανυπόστατη. Είναι κακομοίρα…

Σε ποια χρονολογία βρισκόμαστε; Το αφήνω. Μάλλον καθώς περνάει ο καιρός θα ακούσω κι άλλα. Να θυμηθώ να κοιτάξω στο λεξικό αν υπάρχει και το ΖΩΝΤΟΧΗΡΟΣ ως λέξη. Δεν την έχω ακούσει ποτέ.

Καθόμαστε στο μπαλκόνι. μια ζεστή μέρα του Σεπτεμβρίου. Γελάμε.

Όπως τότε στο σχολείο, που σε έπιανε αυτό το νευρικό γέλιο. Αυτό που ξέρεις ότι αν συνεχίσει, θα σε δει ο καθηγητής και θα σε πετάξει έξω από την τάξη. Εγώ όμως πια, δεν έχω φόβο. Χώρισα. Μήνες πριν. Μπορώ τώρα πια να γελάω όσο δυνατά θέλω. Με όποιον θέλω. Ή μήπως δεν κάνει; Ή μήπως ο κόσμος θα απορεί γιατί δεν είμαι κλεισμένη στο δωμάτιό μου να κλαίω και να φωνάζω;

Δεσποινίς ή Κυρία ετών 41, χωρισμένη με παιδί. Και ναι, είμαι καλά.

Στην Ελλάδα, το να χωρίσει μια γυναίκα με παιδί και μάλιστα με δικιά της θέληση, μοιάζει σαν να έχει αποκτήσει ξαφνικά αρρώστια σπάνια, βαριά και ασήκωτη.

Οι γύρω σου, με το που ανακοινώνεις τον χωρισμό, σε κοιτάνε με μάτια γουρλωμένα. “Εσείς; Δεν το περίμενα ποτέ από εσάς…Ήσασταν καταπληκτικό ζευγάρι” Τι θα πει καρδούλα μου δεν το περίμενες; Τρένο είναι να το περιμένεις; Ή καλύτερα, τι περίμενες; Ότι θα βγούμε έξω στο δρόμο και θα δίνουμε αναφορά στους περαστικούς για το πότε τσακωθήκαμε; Πόσες φορές μας έβαλαν τις φωνές και πόσες φορές κλαίγαμε στο μαξιλάρι; “Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος” έλεγε η γιαγιά μου και δεν το καταλάβαινα τότε. Τώρα όμως ξέρω…

Μήνες τώρα παρατηρώ τους γύρω μου. Φίλοι, που άλλοτε ήταν κοντινοί, γίνονται μακρινοί, αδιάφοροι μέσα στο πλήθος. Δεν τους ενδιαφέρει πώς περνάς, αν έχεις κάποια ανάγκη, αν προσαρμόζεσαι στην καινούργια ζωή. Βολεμένοι μέσα στις δικές τους ζωές, μέσα στην πέρα από το κανονικό κανονικότητά τους, σε κοιτάνε και φεύγουν, αδύναμοι να διαχειριστούν την αλλαγή. Ή μιλάνε για σένα πίσω από την πλάτη σου. Ακόμα χειρότερο αυτό…

Άλλοι, λιγότερο φίλοι αυτοί, σε κοιτάνε με απορία. “Πως μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Πως διαλύεις μια οικογένεια; Μια γυναίκα αντέχει τα πάντα, είναι μαθημένη για αυτό, κρατάει τη σχέση” λένε κάποιοι και το βλέμμα τους μένει απλανές στον ορίζοντα. Αναρωτιούνται μάλλον αν αυτό που λένε είναι μήνυμα απόγνωσης για τους ίδιους ή αυθαίρετη υπενθύμιση σε σένα.

Οι άνθρωποι πραγματικά στέκονται αμήχανοι μπροστά στον χωρισμό. Στα μάτια τους βλέπεις κάτι αλλόκοτο και μπερδεμένο. Τους ξενίζει η αλλαγή. Μόλις ακούνε ότι εσύ, μια γυναίκα με παιδί σχεδόν στην εφηβεία, έχεις πάρει την απόφαση να χωρίσεις και να συνεχίσεις τη ζωή σου αλλιώς, σαστίζουν.

Κάποιοι θα νιώσουν την ανάγκη να σε αγκαλιάσουν με λύπηση, άλλοι θα σπεύσουν να δώσουν συμβουλές, άλλοι θα μείνουν άφωνοι, ενώ λίγοι είναι εκείνοι, που απλώς θα χαμογελάσουν και θα σε κοιτάξουν με αυτά τα μάτια που δείχνουν ελπίδα και κατανόηση. Αυτοί ξέρουν ότι μερικές φορές ένας χωρισμός είναι καλύτερος από μια σχέση χωρίς “μαζί”. Γιατί κακά τα ψέμματα, το “μαζί” κάνει τη σχέση.

Τι θα πει όμως το ΜΑΖΙ; Το δικό μου ΜΑΖΙ είναι το ίδιο με το δικό σου; Πόσο μόνοι νιώθουμε μέσα στις σχέσεις και αν είναι έτσι, γιατί τις συντηρούμε;

“Είμαι δυστυχισμένη” μου είπε θυμάμαι μια φίλη μήνες πριν. “Αλλά μένω για το παιδί” . Άντε πάλι το παιδί. Σάκος του μποξ για ό,τι κάνουμε εμείς οι μεγάλοι.

Μήπως βάζεις το παιδί μπροστά για να ξεπεράσεις το δικό σου φόβο για έναν επικείμενο χωρισμό; Ή για μια ζωή μοναχική από δω και πέρα;” σκέφτηκα αλλά δεν το είπα. Παράξενα πλάσματα οι άνθρωποι. Δεν αντέχουν τα πάντα…

Φαντάζομαι ένα παιδί με αλεξίσφαιρο γιλέκο να κυκλοφορεί μέσα στο σπίτι.

Από τι μπορεί άραγε να το προστατεύσει; Φωνές, σιωπές, αδιαφορία και πόλεμος στα δωμάτια και στους διαδρόμους. Τι να πρωτοκάνει ένα σιδερένιο γιλέκο;

Κι εσύ, να αντέχεις τα πάντα για το παιδί. Πάντα; Ε, όπως φαίνεται όχι πάντα. Και πως είσαι τόσο σίγουρος ότι και το παιδί αντέχει να βλέπει τους γονείς του έτσι; “Μα τι είναι καλύτερο; Ένα παιδί με χωρισμένους γονείς ή ένα παιδί με γονείς που ζουν στο ίδιο σπίτι και κάνουν ότι περνάνε καλά μαζί;” Και ξαναγυρίζω στην αρχική μου σκέψη. Τι θα πει ΜΑΖΙ; Πάντως όχι αυτό που ίσως ζούσα εγώ ή που σίγουρα ζουν ακόμα άλλες γυναίκες σαν εμένα…

Η Μαρία αδειάζει το ένα ποτήρι κρασί μετά το άλλο, παρόλο που είναι μεσημέρι. Ο καιρός το σηκώνει. Την ακολουθώ. Τι έχω να χάσω; Η ζωή και οι υποχρεώσεις αλλάζουν πολύ μετά τον χωρισμό. Τώρα πια μπορώ να αφήσω άπλυτα τα πιάτα μια ημέρα παραπάνω, να πετάξω το μπουφάν μου στην καρέκλα, να κάτσω ήρεμη κοιτώντας το ταβάνι. Μόνη μεταξύ μόνων. Ποιος θα μιλήσει;

“Και αν δεν έπαιρνες εσύ την απόφαση; Τα ίδια θα έλεγε ο κόσμος; Θα είχαν την ίδια αντιμετώπιση; Αν σε χώριζε αντί να τον χωρίσεις;” ρωτάει ξαφνικά η Μαρία και με κοιτάει στα μάτια με αυτό το μπερδευτικό βλέμμα που έχει. Αυτό της δυναμικής, αλλά εύθραυστης κατά τ’άλλα γυναίκας.

Μήπως τελικά η αντίδραση των γύρω μας, προέρχεται από το ποιος παίρνει τελικά την απόφαση για ένα χωρισμό; Ένας άντρας μπορεί να “αλωνίζει” μέσα σε μια σχέση και μια γυναίκα απλώς να υπομένει; Και αυτό είναι γάμος;

Σκέφτομαι. Μάλλον οι άνθρωποι αντιδράμε καλύτερα όταν χρειάζεται να παρηγορήσουμε κάποιον, παρά όταν τον βλέπουμε ευτυχισμένο. Την ευτυχία δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Δεν έχει την ανάγκη μας η ευτυχία. Ζει από μόνη της. Μας φέρνει σε αμηχανία… Μας κάνει να σκεφτόμαστε τη δικιά μας δυστυχία ίσως.

Μια γυναίκα που την άφησε ο άντρας της μόνη και προδομένη είναι καλύτερη από μια γυναίκα που άφησε τον άντρα της γιατί ήταν μόνη και προδομένη μέσα στη σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η γυναίκα παίρνει αυτόματα το ρόλο του θύματος και οι γύρω σπεύδουν να τη σώσουν. Σωτήρες της οκάς με λόγια κατανόησης στο δισάκι, που φτύνονται τόσο εύκολα απ΄το στόμα, σαν μασημένος καπνός πίπας.

Στη δεύτερη περίπτωση, όταν εκείνη παίρνει την απόφαση να χωρίσει, είναι ο θύτης και κανείς δεν τρέχει για συμπόνια και παρηγοριά. Τώρα, το ότι ήταν μόνη και προδομένη μέσα στη σχέση δεν υπολογίζεται. Και αν ερωτευτεί κιόλας και κάποιον άλλον; Ε, τότε πάει πολύ! Είπαμε, η ευτυχία φέρνει σε αμηχανία τους ανθρώπους…

Η κοινωνία, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, λέει ότι ο προορισμός των κοριτσιών και κάθε γυναίκας, κατά βάση, είναι να γίνει καλή σύζυγος και καλή μητέρα. Και αυτό λέγεται ακόμα, το 2016! Τι θα πει “καλή” μητέρα και ποια τελικά είναι “καλή” σύζυγος; “Αυτή που στηρίζει το γάμο της” θα έλεγε η γιαγιά μου, αλλά πια έχουν περάσει χρόνια από τότε που υπήρχε η γιαγιά μου, πόσο μάλλον από τότε που αυτές οι απόψεις ήταν αποδεκτές.

Το δεύτερο μπουκάλι κρασί, ανοίγει σχεδόν αυτόματα. Το σηκώνει η συζήτηση.

“Και δεν μου λες” ρωτάω, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο ανάμεσα στις κεραίες της απέναντι πολυκατοικίας. “Πόσο δύσκολο νομίζεις ότι είναι να βγεις από μια σχέση χρόνων, ειδικά αν αυτή δεν σε καλύπτει πια; Η αγάπη αρκεί για να σε κρατήσει;”

Η Μαρία, δεν απαντάει αμέσως. Με κοιτάζει και περιμένει να συνεχίσω. Άραγε, να έχει αγαπήσει ποτέ η ίδια;

“Βλέπω τόσους ανθρώπους γύρω μου που ξεχνιούνται. Δεν δίνουν καμία σημασία στον άνθρωπο που έχουν επιλέξει να ζουν μαζί, γιατί τελικά αυτό το ΜΑΖΙ τους δυσκολεύει. Αποτέλεσμα; Να ζουν μαζί αλλά χώρια. Να μην υπάρχει ο ένας για τον άλλον, αλλά ο κάθε ένας για τον κάθε ένα, για τον εαυτό του. Γκρίνια και ατελείωτη μιζέρια. Ξυπνήστε! Μια φορά ζουν οι άνθρωποι” λέω δυνατά λες και βγάζω λόγο σε πλήθος και πίνω μια ακόμα γουλιά κρασί. “Για να πάνε κάτω τα φαρμάκια, ε;” λέει η Μαρία και γελάει με αυτό το τρανταχτό γέλιο που έχει.

Όχι, δεν έχω φαρμάκια. Απορίες έχω. Για την ζωή μου πριν το διαζύγιο, για την ζωή μου μέσα στο γάμο, για τη ζωή από δω και πέρα. Και όσο περνάει ο καιρός κάποιες θα τις λύνω και θα προχωράω, κάποιες θα τις κρατήσω για πάντα στο μυαλό μου άλυτες, μέχρι να σβήσουν και να μην ονομάζονται απορίες πια. Η ζωή προχωράει, δεν σε περιμένει.

Η κουβέντα έχει αλλάξει λίγο. Μιλάμε για τις γυναίκες γενικά. Αυτές που επιλέγουν να μην κάνουν οικογένεια, αλλά και τις άλλες, αυτές που κάνουν οικογένεια, αλλά τελικά συνειδητοποιούν ότι ο πρίγκιπας με το άσπρο άλογο αποδείχτηκε κακός μάγος σε ανήλιαγο κάστρο. “Αν πάρεις την απόφαση να ζήσεις μόνος σου χωρίς οικογένεια και παιδιά, έχεις ευθύνη μόνο για τον εαυτό σου” λέμε και οι δυο, μιας και δεν μας παίρνει αρκετή ώρα να αποφασίσουμε το προφανές. “Αν όμως ο κακός μάγος σε έχει εγκλωβίσει τόσο και δεν μπορείς να φύγεις; Αν δηλαδή μια γυναίκα δεν έχει δουλειά, δικό της σπίτι, φίλους ή συγγενείς να τη στηρίξουν; Αν έχει παντρευτεί και έχει κάνει ένα, δύο ή ακόμα και τρια παιδιά; Τι γίνεται τότε; Τι συμβαίνει όταν ο κακός μάγος δεν ξαναγίνεται ο πρίγκιπας που ήξερες κάποτε; Πως σώζεσαι τότε;” ρωτάω, αν και στο βάθος του μυαλού μου η απάντηση υπάρχει. “Τότε, ζεις μια ζωή μέσα στο συμβιβασμό και τη μιζέρια” απαντάει η Μαρία και το πρόσωπό της αλλάζει μορφή, αναλογιζόμενη μάλλον περιπτώσεις σαν κι αυτές που περιγράφω.

“Τότε φτιάχνεις στο μυαλό σου ιστορίες για ευτυχισμένους έρωτες, για ζευγάρια που ζει ο ένας για τον άλλο, για ανθρώπους που περνάνε τη μέρα τους αγκαλιά στο κρεβάτι ή που πίσω τους τρέχουν γελαστά ένα ή δύο παιδιά και κάνουν όλοι μαζί κωλοτούμπες στον καναπέ….”

Τις επινοείς αυτές τις ιστορίες για να μην αναλογιστείς τη ζωή σου και μπεις στον κόσμο της θλίψης. “Δεν μπορεί, κάπου θα υπάρχουν αυτά τα ζευγάρια. Και αν υπάρχουν, κάποτε θα μου τύχει και μένα ο μεγάλος έρωτας” σκέφτεσαι και αυτό σου δίνει δύναμη να αντιμετωπίζεις τον κακό μάγο στο ανήλιαγο κάστρο σας.

“Εγώ έχω ερωτευτεί μια φορά και δεν το ξανακάνω” λέει η Μαρία γεμάτη σιγουριά και απαξίωση μαζί. Δεν τη πιστεύω. “Δεν το ξανακάνεις; Στο χέρι σου είναι ο έρωτας, καλή μου;” ρωτάω και της χαμογελάω όλο νόημα. Δεν απαντάει, που σημαίνει ότι την ξέρει την απάντηση.

Υπάρχουν οι έρωτες που φτιάχνεις να μοιάζουν με έρωτες και αυτοί που πραγματικά είναι. Τους βλέπεις από μακριά, τους μυρίζεις, τους αισθάνεσαι. Λεπτή ισορροπία, δε λέω, αλλά, υπάρχουν. Αλλιώς δεν θα βλέπαμε ηλικιωμένα ζευγάρια να κρατιούνται ακόμα από το χέρι μετά από 60 χρόνια γάμου, δεν θα διαβάζαμε ποτέ τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, δεν θα ξέραμε κανένα κουτσομπολιό για την ζωή του Ερωτόκριτου και την Αρετούσας. Οι πραγματικοί έρωτες μένουν στην ιστορία ή αφήνουν ιστορία όταν χαθούν. Σε αυτούς τους έρωτες, το ζευγάρι είναι ευτυχισμένο. Δεν κατηγορεί ο ένας τον άλλο για ψύλλου πήδημα, δεν βρίζονται μεταξύ τους, δεν υποτιμούν τη σχέση, δεν εξουσιάζουν, δεν ψάχνουν να βρουν ποιος έχει μεγαλύτερη δύναμη και πως να την ασκήσει. Αυτοί οι έρωτες ξέρουν καλά το ΜΑΖΙ και αδυνατούν να ζήσουν το ΧΩΡΙΑ. Δεν παίρνουν διαζύγιο αυτοί οι έρωτες…

Ο σκύλος έχει ξαπλώσει επάνω στην καινούργια μου πολυθρόνα. Η γάτα τον ακολουθεί. Προσπαθούν και αυτά, σαν εμένα, να προσαρμοστούν στην αλλαγή.

Ο μικρός βγαίνει από το δωμάτιό του και μου δίνει ένα φιλί για καληνύχτα.

Τον κοιτάζω καθώς έρχεται από μακριά. Όλα θα αλλάξουν. Εκτός από την αγάπη μου για εκείνον. Από τη στάχτη τελικά μπορεί να μείνει και κάτι όμορφο στο τέλος.

Και ίσως το πιο όμορφο από όλα. Αυτό που αξίζει να παλέψεις για το καλύτερο από δω και πέρα.

Το κρασί τελείωσε. Η Μαρία έφυγε. Εγώ ξάπλωσα στο καινούργιο μου κρεβάτι.

“Καιρός να ζήσουμε παιδί μου, ξημερώνει” που λέει και το τραγούδι…