Η ΚΑΛΗ ΝΟΝΑ

Η μαμά μου λέει ότι στη βάφτισή μου έκλαιγα πολύ. Υπάρχουν αποδείξεις. Οι φωτογραφίες. Σχεδόν σκασμένη από το κλάμα, με τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα και τα μάτια απεγνωσμένα, φώναζα «μαμά», μέχρι που ο νονός μου αναγκάστηκε να με «παρκάρει» στην αγκαλιά της.  Έχω εμπιστοσύνη στο ένστικτο. Θέλω να πιστεύω ότι κάτι ήξερα που ήθελα να φύγω από τα χέρια του. Ένιωθα ανασφάλεια. Ο χρόνος με δικαίωσε. Είδα τον νονό μου μερικές φορές, μετρημένες στα δάχτυλα. Μου έφερε μία λαμπάδα όλη κι όλη. Και μετά άφαντος. Όταν αποφάσισε να με ξαναδεί, στα 15 μου, ήρθε σπίτι με ένα κουτί κυριλέ μαργαριταρένια σκουλαρίκια σε μια εποχή που έβγαζα φλύκταινες στη θέα του χρυσού, καθώς το ασήμι λαμπύριζε στο χιλιοτρυπημένο, πάνω στην έξαρση της εφηβείας, αυτί. Λάθος επιλογή, νονέ! Από τότε που έχεις να με δεις έγινα ροκ.

Την ίδια μοίρα από νονούς είχαν και τα αδέρφια μου, δηλαδή… τύχη – ατυχία. Κάθε Πάσχα, η μαμά μάς έπαιρνε τις λαμπάδες. Άκουγα στο σχολείο τις συμμαθήτριές μου να διηγούνται περήφανες τα πασχαλινά δώρα και μου φαινόταν αδιανόητο. Όπως μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι όταν ψώνιζε η μάνα μου για τη βαφτιστήρα της, την Πένυ. Ζήλευα τόσο ώστε μια φορά την έβαλα να μου αγοράσει το ίδιο σετάκι. Ακόμα το θυμάμαι. Μία μοβ φούστα με μία μπλουζίτσα ριγέ άσπρη-μοβ που είχε στο πλάι τρία μπαλονάκια.

Τι να κάνουμε; Κάποιος έπρεπε να πληρώνει για το δικό μου απωθημένο. Ούτε ήθελα να ακούω για νονούς, νονές και λαμπάδες. Τόσο τραύμα; Ναι, τόσο. Ούτε να με είχαν εγκαταλείψει οι γονείς μου, που λέει ο λόγος, δεν θα έκανα έτσι. Κάπως θα το διαχειριζόμουν. Αλλά την απουσία του νονού δεν μπορώ να τη χωνέψω μέχρι σήμερα.
Και να ’μαι λοιπόν τώρα, τριάντα και κάτι χρόνια μετά, έχω γίνει νονά δύο παιδιών και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, πάω και για τρίτο. Και δεν το λέω για να ευλογήσω τα γένια μου, αλλά μάλλον είμαι υποδειγματική. Είμαι εκεί, παρούσα, με ανοιχτή την αγκαλιά και γενναιόδωρη στο συναίσθημα. Γιατί θεωρώ ότι ακόμα και η σχέση νονάς-παιδιού καθοδηγείται από τραύματα όπως ακριβώς οι μητρικές σχέσεις. Αναρωτιέμαι καμιά φορά μήπως είμαι υπερβολικά δοτική νονά –κυρίως σε συναίσθημα– επειδή έχω απωθημένα. Και νομίζω ότι ναι.

Πρώτη φορά έγινα νονά στα 22 μου, όταν βάφτισα το παιδί μιας παλιάς καλής φίλης. Ήμουν εξαρχής καλή νονά, τυπική στα δώρα και στις γιορτές, δεμένη με το παιδί, όσο μπορούσα, γιατί μένει σε άλλη πόλη. Η δεύτερη φορά, όμως, ήταν που με χάζεψε εντελώς. Πριν από έναν χρόνο ακριβώς. Θεωρώ ότι όπως μιλάμε για χαζομαμάδες, πρέπει να καθιερώσουμε και την έκφραση χαζονονά. Θυμάμαι την πρώτη φορά που με είπε ο Κωνσταντίνος μου –γιατί, ναι, είναι και δικός μου– «νονά», με μια μωρουδίστικη γλύκα, μέσα από ένα στοματάκι με δύο μόλις δοντάκια, έλιωσα. Ακόμα και το timing παίζει ρόλο στο πόσο καλός νονός είσαι.

Αν έχει χτυπήσει το καμπανάκι της μητρότητας –τι καμπανάκι, αυτό είναι συγχρονισμένα καμπαναριά από όλες τις γύρω ενορίες– τρελαίνεσαι. Υποκαθιστάς με έναν τρόπο το ότι δεν έχεις ακόμα δικά σου παιδιά. Μέχρι που νομίζεις ότι κάτι έχει πάρει και από σένα, στον χαρακτήρα, στις συνήθειες…  Είναι πολύ ωραίο να βαφτίζεις ένα παιδάκι. Αρκεί να είναι επιλογή και χαρά, όχι υποχρέωση και αγγαρεία.

Ας είμαστε προσεκτικοί όταν διαλέγουμε νονούς για τα παιδιά μας. Είμαι σίγουρη ότι στις ψυχαναλυτικές συνεδρίες, κάπου ανάμεσα στις ατελείωτες συζητήσεις για τα παιδικά χρόνια, όλο και κάπου θα ακούγεται…«είχα κακή ή καλή νονά». Έτσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω. Για να παίρνω τον ρόλο μου ακόμα πιο σοβαρά.

3 Σχόλια

  1. Ιωάννα1971 Απρίλιος 7, 2015
  2. Φωτεινή Απρίλιος 17, 2014
  3. Ελένη Απρίλιος 16, 2014