ΟΙ ΑΛΛΕΣ «ΤΣΟΥΧΤΡΕΣ»

Σάββατο πρωί στην παραλία. «Στρώνουμε» πετσέτα πάνω στην άμμο, κουβαδάκια δίπλα στη θάλασσα, φρούτα κάτω απ’ την ομπρέλα. Φοράμε μαγιό, καπέλα, αντηλιακό και την πιο μεγάλη μας χαρά, «γιατί σήμερα, μαμά, θα χτίσουμε πολλά κάστρα στην άμμο και θα φύγουμε όταν ο ήλιος πάει να κοιμηθεί». Σε λίγο κάνουμε τον πρώτο μας φίλο. Κι ύστερα τον δεύτερο, και τον τρίτο. Και πιο μετά ένα μελίσσι από χαρούμενες παιδικές φωνές. Και αργότερα έρχεται εκείνη. Η σαραντάχρονη «τσούχτρα» που βρίσκει ξαπλώστρα δίπλα μας. Πετάει τσόκαρο στην άμμο, την κυτταρίτιδά της σε κοινή θέα, ένα «εδώ, μωρό μου» στο εικοσάχρονο boyfriend της, και πολλά βλοσυρά βλέμματα στα μικρά. Όσο η ώρα περνά τόσο η αλλεργία της φουντώνει. Δεν μπορεί, λέει, τα παιδιά, ιδίως τα ελληνάκια, που κάνουν τόση φασαρία. Ούτε τους γονείς τους μπορεί που τα ’χουν κάνει τέτοια κακομαθημένα κωλόπαιδα. Τα γερμανάκια και τα σουηδάκια, λέει, είναι τα μόνα υποφερτά παιδιά. Κάθονται με το βιβλίο τους σαν μεγάλοι στις ξαπλώστρες κι όταν αποφασίσουν να  παίξουν το πράττουν αθόρυβα! Μιλάει ακατάπαυστα και οργισμένα, τόσο που ο νεαρός φίλος της τής κάνει νόημα να σταματήσει. Δεν σταματά. Η κάψα της προ-εμμηνοπαυσιακής σαραντάρας γίνεται καύσωνας που λιώνει γύρω της τα πάντα, πόσο μάλλον τον αυτοσεβασμό της. Κάθε τόσο «δικαιώνει» τον Ηρώδη για τη σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και «συγχαίρει» την πάρτη της για την απόφασή της να μην κάνει παιδιά: «Μα σε τσαντίρια μεγαλώνουν τα σκατόπαιδα και φωνάζουν έτσι; Έλεος! Γι’ αυτό δεν ήθελα ποτέ να γίνω μάνα. Γι’ αυτό δεν μπορούσα ποτέ τα παιδιά…»

stock-footage-group-children-play-on-beach
Τις έχω ξανακούσει αυτές τις απόψεις. Υπάρχουν στο κύτταρο της κάθε κακομοίρας που χωρίς λόγο και αιτία μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι είναι κάτι το ξεχωριστό. Τις γνωρίζω αυτές τις γυναίκες. Εαυτούληδες, αδικαίωτες, πνιγμένες μέσα σε αποστειρωμένα σπίτια, αποστειρωμένους έρωτες, αποστειρωμένες ζωές. Ράτσα δεύτερη, χαμηλή, ανύπαρκτη, ρυπαρή. Το να μη θέλεις ένα παιδί είναι δικαίωμά σου. Το να σιχαίνεσαι όμως τα παιδιά είναι αρρώστια σου και μάλιστα ανίατη. Οι γυναίκες-«τσούχτρες» είναι αρκετές και εξορμούν κάθε καλοκαίρι ιδίως σε παραλίες γεμάτες από παιδιά, διότι αυτό ακριβώς που ασυνείδητα επιζητούν δεν είναι η απομόνωση αλλά η αυτοδικαίωση. Βρίζοντας τα παιδιά των άλλων προσπαθούν να δικαιολογήσουν την αρρωστημένη ψυχοσύνθεσή τους που τις κάνει ανίκανες να αγαπήσουν ό,τι πιο όμορφο υπάρχει σ’ αυτήν τη ζωή: τα παιδιά. Είναι μάταιο να ανταπαντήσεις στα λεγόμενά τους και πέρα για πέρα ανώφελο να τους ζητήσεις εξηγήσεις. Άσχημη παιδική ηλικία; Κακά γονεϊκά  πρότυπα; Λάθος ερωτικές σχέσεις; Κανείς ειδικός μέχρι σήμερα δεν έχει αποφανθεί συγκεκριμένα για το τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει μία γυναίκα τόσο κακιά και κατ’ επέκταση τόσο δυστυχισμένη.

tsouxtres
Η ώρα περνά κι εκείνη συνεχίζει να επιτίθεται στα παιδιά άλλοτε με χαρακτηρισμούς κι άλλοτε μ’ ένα εκνευριστικό «τς, τς, τς». Όχι. Δεν την ενοχλεί ούτε ο θόρυβος από τις ρακέτες, ούτε η μουσική από το διπλανό μπαρ, ούτε ο ήχος των κινητών, ούτε τίποτε. Την ενοχλούν μόνο «τα κωλόπαιδα που δεν λένε να το βουλώσουν…» Μετά το πέμπτο Mochito, που της «σερβίρει» ο εραστής-δούλος της, επιτέλους ηρεμεί. Και γλαρώνει. Κι αποκοιμιέται. Κι ονειρεύεται. Για να ξυπνήσει σε λίγο ως σύγχρονος Ηρώδης στη θηλυκή εκδοχή του. Τα «σκατόπαιδα» παίζουν μπουγέλα όταν κατά λάθος ένα από αυτά ξεφεύγει από την προκαθορισμένη πορεία του και σκάει σαν βόμβα πάνω στο ηλιοκαμένο μούτρο της τσούχτρας. Αυτό ήταν! Σαν να τη χτύπησε κεραυνός, σηκώνεται σε κατάσταση παράνοιας από την ξαπλώστρα βάζοντάς τα αυτήν τη φορά με το δύσμοιρο boyfriend που τόλμησε να τη φέρει σ’ αυτήν τη σκατοπαραλία: «Σου είπα να μην έχει παιδιά! Δεν υπάρχει μια παραλία χωρίς παιδιά; Ένα καλοκαίρι χωρίς παιδιά; Μια χώρα χωρίς παιδιά; Πάμε να φύγουμε αμέσως από εδώ! Μάζεψέ τα όλα! Σε περιμένω στο αυτοκίνητο». Σκουπίζει βιαστικά το πρόσωπό της, πιάνει τα μαλλιά της ψηλά, φοράει τσόκαρο, ρίχνει παρεό στην κυτταρίτιδα και μαύρη πέτρα στη «σκατοπαραλία». Τα παιδιά γελούν, το ίδιο και οι μεγάλοι, το ίδιο και το boyfriend, το ίδιο κι όλοι όσοι συμφωνούν ότι τα καλοκαίρια είναι πάνω απ’ όλα φτιαγμένα για τα παιδιά: για τις φωνές τους, για τις αταξίες τους, για τα μπουγέλα τους, για τις ζαβολιές τους, για τα γέλια τους, για τη ζωή αυτήν που δεν μπορούμε καν να μιμηθούμε.
Σουρουπώνει. Ομπρέλες, μπρατσάκια, βότσαλα, κουβαδάκια και μαγιό, μια μάζα άμορφη μέσα στο μεγάλο μας sac voyage. Φωνούλες σπασμένες από την κούραση, βλέφαρα χαμηλωμένα από τη νύστα, «μια αγκαλιά μόνο, μαμά, μέχρι το αυτοκίνητο γιατί πονάνε τα πόδια μου». Μεγάλη αγκαλιά. Που χωράει πολλά, πάρα πολλά παιδιά. Κι ύστερα ένα βλέμμα στην άδεια από κόσμο παραλία. Κάστρα, «λιμνούλες», πύργοι, χελωνάκια και πολλά, αμέτρητα, άπειρα μικρά πατουσάκια-αποτυπώματα στην άμμο. Πατουσάκια που, σε αντίθεση με τη σαραντάχρονη «τσούχτρα», θ’ αφήσουν τα ίχνη τους στον πλανήτη. Ποιος νοιάζεται όμως για τις «τσούχτρες»; Η ανθρωπότητα είναι βέβαιο ότι μπορεί να κάνει και χωρίς αυτές…

tsouxtra

21 Σχόλια

  1. βανεσσα Αύγουστος 27, 2016
  2. Γεωργία Ιούνιος 18, 2016
  3. Mina Ιούνιος 18, 2016
  4. Vanessa Ιούλιος 22, 2014
  5. georgia Ιούλιος 20, 2014
  6. georgia Ιούλιος 20, 2014
  7. amanda Ιούλιος 18, 2014
  8. xrysa Ιούλιος 18, 2014
    • amanda Ιούλιος 20, 2014
  9. romina Ιούλιος 18, 2014
  10. amanda Ιούλιος 18, 2014
  11. amanda Ιούλιος 18, 2014
  12. elina Ιούλιος 18, 2014
  13. Αναστασία Ιούλιος 18, 2014
  14. nikoleta Ιούλιος 18, 2014
    • amanda Ιούλιος 18, 2014
  15. nikoleta Ιούλιος 18, 2014
    • amanda Ιούλιος 18, 2014
  16. amanda Ιούλιος 18, 2014
  17. amanda Ιούλιος 18, 2014
  18. Ειρήνη Ιούλιος 18, 2014